Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΚΗΤΙΚΟ ΗΘΟΣ ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΜΑΣ


 ΟΙ  ΤΡΕΙΣ  ΙΕΡΑΡΧΕΣ  ΚΑΙ  ΤΟ  ΑΣΚΗΤΙΚΟ  ΗΘΟΣ
ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΜΑΣ  
(Ὁμιλία στόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου Ντύσσελντορφ ἀπό την φιλόλογο και Διευθύντρια τοῦ Γυμνασίου Ντύσσελντορφ, Βάννα Πασούλη)
Κυριακή, 30 Ἰανουαρίου 2011
Θεοφιλέστατε, αἰδεσιμολογιότατε πατέρα Ἰωάννη, σεβαστοί πατέρες, ἀξιότιμοι κύριοι Γενικέ Πρόξενε, κύριε Συντονιστά Ἐκπαίδευσης, Κυρίες και Κύριοι
Στήν ἐποχή τῆς παγκοσμιοποίησης καί τῆς μετανεωτερικότητας, στήν κοινωνία τῶν νέων ταχυτήτων τοῦ διαδικτύου καί τῆς σύγχρονης τεχνολογίας, στόν καινούργιο κόσμο πού ἀνατέλλει χάρις στά έπιτεύγματα τῆς βιοτεχνολογίας καλούμαστε σήμερα, 17 αίῶνες ἀφότου ἔζησαν καί ἔδρασαν μοναδικά οἱ «τρεῖς μέγιστοι φωστῆρες τῆς τρισηλίου θεότητος» νά ἑορτάσουμε μίαν ἐπέτειο πού συνδέει τήν Παιδεία μαζί τους. Καί αὐτό ὡς ἀπόρροια μιᾶς βαθύτερης πνευματικῆς καί πολιτισμικῆς σχέσης, πού συνδέεται μέ τήν ταυτότητα καί τήν ἱστορική συνείδηση τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
Παραδεχόμαστε, δηλαδή, ὅτι αὐτό πού ὀνομάζουμε Παιδεία Ἑλληνική στηρίχτηκε σέ δύο ἄξονες: στον ὀρθολογισμό, στή σπουδή δηλαδή τῆς ἑλληνικῆς σκέψης ὅπως θεμελιώθηκε στά μεγάλα κείμενα τῶν διανοητῶν τῆς ἀρχαιότητας καί στή σπουδή τῆς Χριστιανικῆς Ὀρθόδοξης πίστης, ὅπως θεμελιώνεται στή διδασκαλία τῆς Καινῆς Διαθήκης καί ἑρμηνεύεται στά μεγάλα κείμενα τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, στά κείμενα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.

Καί οἱ τρεῖς τους ὑπῆρξαν πρωτοπόροι στή ζωή καί στή δράση τους καί ἐφάρμοσαν στό ἔπακρο τό ψαλμικό «δράξασθαι παιδείας». Παρόλο πού κατάγονταν ἀπό χριστιανικά περιβάλλοντα, τόλμησαν νά σπουδάσουν ὅλη τή θύραθεν παιδεία τῆς ἐποχῆς τους στίς εἰδολολατρικές σχολές πού λειτουργοῦσαν ἀκόμη. Ὁ Μέγας Βασίλειος σπούδασε στίς φημισμένες σχολές τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί τῶν Ἀθηνῶν. Στήν Κωνσταντινούπολη γνώρισε καί μαθήτευσε στόν περιβόητο Λιβάνιο, ὅπου ἀργότερα θά μαθητεύσει καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Στήν Ἀθήνα ἔμεινε γύρω στά τέσσερα χρόνια, τρυγώντας σάν τή μέλισσα τό μέλι μονάχα, ἀπ’ τά ποικιλώνυμα ἄνθη τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας κι ἐπιστήμης. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ ὁποῖος συνδέθηκε μαζί του με μακροχρόνια καί ἀληθινή φιλία, μᾶς λέει, στόν ἐπιτάφιο πού ἔγραψε γιά τόν Μέγα Βασίλειο πώς, ἐκτός ἀπό τή φιλοσοφία καί τή ρητορική σπόύδασε στήν Ἀθήνα καί ἐπιστῆμες ἄλλες ὅπως ἀστρονομία, μαθηματικά καί ἰατρική.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἔλαβε πανεπιστημιακή ἕδρα στήν Ἀθήνα ἐνῶ  ἦταν ἀκόμη φοιτητής. Τόση ἦταν ἡ ἐπίδοσή του πού οἱ καθηγητές του ἤθελαν νά τόν κρατήσουν γιά πάντα στήν Ἀθήνα. Δίδαξε μόνο γιά δύο χρόνια καί κατόπιν ἔφυγε μαζί μέ τόν Βασίλειο γιά τήν πατρίδα του, τόν Πόντο, γιά νά γνωρίσει τήν ἀσκητική ζωή. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἔλαβε πανεπιστημιακή μόρφωση στή μεγάλη σχολή τῆς Ἀντιόχειας. Ὁ δέ ἐπιφανής εἰδωλολάτρης ρήτορας Λιβάνιος, ὅταν στά τέλη τῆς ζωῆς του ρωτήθηκε γιά τό πρόσωπο πού θα μποροῦσε νά τόν διαδεχθεῖ ὡς καθηγητής στή σχολή του, ἀπάντησε ὅτι θά ὅριξε τόν Χρυσόστομο ἄν δέν τόν εἶχαν κερδίσει οἱ χριστιανοί.

Ἡ παιδεία τους ἦταν στηριγμένη στα ἀρχαῖα ἑλληνικά κείμενα. Δεν προσπάθησαν να πείσουν ὅμως, ὅπως ἔκαναν οἱ ἀπολογητές, ὅτι τά ἀρχαῖα κείμενα ἤ ὁρισμένα ἀπό αὐτά ἦταν μιά προετοιμασία γιά τόν χριστιανισμό. Εἶχαν ξεκάθαρη ἄποψη, ἦταν σίγουροι γιά τήν πίστη τους ἀλλά καί σίγουροι γιά τήν ἀξία τῶν κλασικῶν κειμένων. Καί αὐτό φαίνεται ἀπό τόν τρόπο πού ἀντιμετωπίζουν τόν ἀρχαῖο κόσμο στό σύνολό του καί τό πόσο ἀγαποῦν αὐτά τά κείμενα τόσο γιά τίς ἰδέες πού ξεπηδοῦν ἀπό αὐτά, ὅσο, κυρίως, γιά τήν ὀμορφιά τους καί τήν απόδοση τῶν ἀρετῶν τοῦ ἀρχαίου κόσμου. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος ὅταν ἀναφέρεται στόν πλοῦτο καί τόν χρυσό, ἀντί νά ἀνατρέχει στήν Ἁγία Γραφή, ἀναφέρεται στούς δύο μεγάλους γλύπτες τῆς ἀρχαιότητας, τόν Φειδία καί τόν Ἀλκαμένη καί τά χρυσελεφάντινα ἀγάλματα τοῦ Διός στήν Ὀλυμπία καί τῆς Ἥρας στό Ἄργος. Συγκεκριμένα, σημειώνει γιά τούς σπουδαίους αὐτούς καλλιτέχνες ὅτι, ἄν καμάρωναν γιά τό χρυσό καί τό ἐλεφαντόδοντο πού τοποθέτησαν ἐκεῖ θἀ ἦταν καταγέλαστοι, ἀνόητοι, γιατί γνώριζαν αὐτοί ὅτι ἡ τέχνη τους ἦταν πιό ἄξια ἀπό τόν χρυσό καί τό ἐλεφαντόδοντο , καί ἡ τέχνη τους ἦταν αὐτή πού ἔκανε τόν χρυσό πολυτιμότερο καί ὡραιότερο. Καί ὁ Γρηγόριος, σέ ἀνάλογη περίπτωση, σέ καθαρῶς ἐκκλησιαστικό κείμενο, ἀναφέρεται στους μεγάλους ζωγράφους τῆς ἀρχαιότητας, ἐπί παραδείγματι στον Ζεύξη. Ἐπομένως, εἶναι προφανές ὅτι χρησιμοποιοῦν ἄριστα την γλώσσα, ἀλλά παράλληλα γνωρίζουν καί ἐκτιμοῦν τίς ἰδέες καἰ τήν ὀμορφιά τῶν ἀρχαίων κειμένων.  Τήν βαθειά ἐπιρροή τῆς ἀρχαίας σκέψης τήν βρίσκουμε καί στή χρήση τῶν δύο βασικῶν ἐννοιῶν «ἄνθρωπος»-ὅπως χρησιμοποιεῖται στή σπουδαία φράση τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ «ὁ μικρός οὗτος κόσμος- ὁ ἄνθρωπος» καί «ἔλεος».  Ἐξετάζοντας τά κείμενά τους έκτός ἀπό τή βιβλική ἄποψη τοῦ «ἐλέους τοῦ Θεοῦ» ὑπάρχει βαθύτατα και ἡ ἔννοια  τοῦ ἐλέους τῆς τραγωδίας. Σέ ἄλλο κείμενο τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ φαίνεται αὐτή ἡ ἀναγωγή, ὅταν ἀναφέρεται μέ ὅρους καθαρά ἀριστοτελικούς στά δεινά τῆς ζωῆς  ἤ ὅταν ἐκφράζει τήν ἄποψη ὅτι πολλοί μύθοι ἀπό τίς μεγάλες οἰκογένειες τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν μύθων-καί παίρνει ὡς παράδειγμα τήν οἰκογένεια τῶν Ἀτρειδῶν- ἀναπλάσθηκαν, προκαλώντας μιά ἡδονή πού μᾶς παραπέμπει στόν Ἀριστοτέλη. Ὅσο ἀπρόβλεπτη εἶναι ἡ ζωή γιά τούς τραγικούς, ἔτσι ἀντιμετωπίζεται καί ἀπό τούς τρεῖς Ἱεράρχες, μόνο πού οἱ τελευταῖοι μεταφέρονται ἀπό τόν κόσμο τῆς τραγωδίας στόν κόσμο τῆς σωτηρίας, έκεῖ ὅπου τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ μπορεῖ ὅλα νά τά καλύψει καί νά τά ἁγιάσει.

Μεγάλοι Δάσκαλοι και Παιδαγωγοί

Ἀναφερόμενοι στήν Παιδεία
καί τήν ἀγωγή οἱ τρεῖς αὐτοί παιδαγωγοί ἔχουν προτάσεις ἀξιοζήλευτες καθώς μποροῦν να συγκριθοῦν μέ τίς πιό προωθημένες τῆς ἐποχῆς μας στούς τομεῖς τῆς Παιδαγωγικῆς καί Ψυχολογίας. Τό ἀξίωμα τοῦ δασκάλου  «εἶναι μέγα και θαυμαστόν»(ΜG 48,650)‚ἀναφέρει ὁ ἱερός Χρυσόστομος. Ὁ καλός δάσκαλος ἐμπνέει περισσότερο ἀπό τόν φυσικό πατέρα, προσελκύει καί πείθει(MG 62,213). Ἀποδοτική γίνεται ἡ διδασκαλία ὅταν ὁ δάσκαλος ἀγαπᾶ τόν μαθητή καί ἀγαπιέται ἀπ’αὐτόν, «τό φιλεῖν καί φιλεῖσθαι», ὅπως χαρακτηριστικά ἀναφέρει(57,327). Ὁ λόγος τοῦ  δασκάλου πρέπει να εἶναι «λόγος ἀνθρώπου  πού διδάσκει μᾶλλον παρά ἐλέγχει, πού παιδαγωγεῖ παρά τιμωρεῖ, πού βάζει τάξη παρά πού διαπομπεύει, πού διορθώνει παρά πού ἐπεμβαίνει στη ζωή τοῦ ἄλλου»(MG 61,593-594).
Τό διδασκαλικό ἀξίωμα δέν εἶναι τιμή, ἀλλά ε ὐ θ ύ ν η, «γιατί εἶναι διαφορετικό νά σφάλλει ὁ μαθητής καί διαφορετικό νά σφάλλει ὁ δάσκαλος»(MG 50,726. 60,37). Δέν μπορεῖ οὔτε τήν ἀπειρία να ἐπικαλεστεῖ, οὔτε νά προφασιστεῖ ἄγνοια, οὔτε να προβάλει ὡς δικαιολογία τήν ἀνάγκη καί τήν βία…Γ’ αὐτό τό σκοπό ἀνέβηκε στό διδασκαλικό θρόνο, γιά νά σαλπίζει στούς ἄλλους τήν ἀλήθεια. (MG 48,678).
Ὁ Μέγας Βασίλειος, τόν ὁποῖο ὁ Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός ἀποκαλεῖ    παιδαγωγό τῆς νεότητος, ἀναφέρει ὅτι ἐπειδή τό γένος τῶν ἀνθρώπων εἶναι δυσάγωγον πρός ἀρετήν  καί ἐπιρρεπές πρός ἡδονήν γιά  νά γίνεται μέ εὐχάριστο τρόπο ἡ διδασκαλία καί τά διδάγματα νά παραμένουν στή μνήμη τῶν μαθητῶν καί  τῶν πλέον ὀκνηρῶν ἀκόμη, καλό εἶναι νά συνοδεύονται ἀπό τούς Ψαλμούς. Τό μέλος τῶν Ψαλμῶν ἐπινοήθηκε ὥστε τά  παιδιά καί οἱ ἔφηβοι νά νομίζουν ὅτι τραγουδοῦν στήν πραγματικότητα δέ νά ἐκπαιδεύουν τίς ψυχές τους. Στό δέ ἔργο του «Πρός τούς νέους ὅπως ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο γραμμάτων» χαράσσει τή μέση ὁδό μετάξύ τῆς ὑπερεκτιμήσεως τῆς θύραθεν παιδείας καί τῆς ἀπορρίψεώς της. Θεωρεῖ τήν κλασική παιδεία ὡς προθάλαμο γιά τήν εἴσοδο στήν ἀληθινή σοφία, δηλαδή τήν εὐαγγελική ἀλήθεια.
Στό βιβλίο του «Εἰς την ἀρχή τῶν Παροιμιῶν» λέγει ὅτι ὁ δάσκαλος πρέπει νά εἶναι σαφής, νά μήν ὁμιλεῖ συγχρόνως γιά πολλά πράγματα, νά ἐπαναλαμβάνει αὐτά πού λέει καί νά χρησιμοποιεῖ πολλά παραδείγματα καί ἐποπτικά μέσα δεδομένου ὅτι τά πράγματα εἶναι τῶν ὀνομάτων ἰσχυρότερα. Ὑπογραμμίζει δέ καί τήν σημασία τῶν ἀμοιβῶν «ὥστε μετά τερπνότητος καί ἀνέσεως ἀλύπως» νά ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπός τῆς Παιδείας πού εἶναι μετάληψις ἁγιότητος.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος θεωρεῖ  “τήν παίδευσιν τῶν παρ’  ἡμῖν ἀγαθῶν εἶναι τό πρῶτον. Καί ἐννοῶ, συμπληρώνει,παίδευσιν τήν σοφίαν ὄχι τῶ λόγω λαμπρυνομένη ἀλλά τῶν ἔργων ἐλεγχομένη».
Συνοψίζοντας, θά σημειώναμε ὅτι τά βασικά στοιχεῖα τῆς Παιδείας κατά τους Τρεῖς Ἱεράρχες εἶναι: ἡ διά τῆς ἀγάπης καί ἐλευθερίας μετάδοση τῆς γνώσεως καί ἡ ἀνάπτυξη τῆς προσωπικότητας τοῦ μαθητῆ. Μέ μιά λέξη  ὁ σεβασμός τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου.  «Ὅτι πρόκειται ἡμῖν ὁμοιωθῆναι Θεῶ, κατά τό δυνατόν ἀνθρώπου φύσει. Ὁμοίωσις δέ οὐκ ἄνευ γνώσεως ἡ δέ γνῶσις ἐκ διδαγμάτων».

Σχετικά μέ τήν διαπαιδαγώγηση τῶν παιδιῶν ὁ Χρυσόστομος θεωρεῖ πολύ ἀξιόμισθους ἀπό τόν Θεό τούς γονεῖς πού δίνουν καλή ἀνατροφή στά παιδιά τους. «Δέν θά πάψω νά σᾶς παρακαλῶ, νά σᾶς ἰκετεύω καἰ νά σᾶς ἐξορκίζω, ὥστε πρίν ἀπ’ ὅλα τά ἄλλα ἔργα σας νά φροντίζετε γιά τή σωστή ἀγωγή τῶν παιδιῶν σας. Ἀνάθρεψε τό παιδί σου μέ τέτοιο τρόπο ὥστε νά γίνει ἀθλητής τοῦ Χριστοῦ(MG 62,546).Ἀλλοῦ ὅμως λέει ὅτι  ´´ἡ αἰτία τῆς διαστροφῆς τῶν παιδιῶν δέν εἶναι καμιά ἄλλη παρά ἡ μανία τῶν γονέων γιά τά βιοτικά πράγματα γιατί, στηρίζοντας τίς ἐλπίδες τους μόνον σ’ αὐτά, δέ θέλουν νά ἀσχοληθοῦν μέ τίποτε ἄλλο πνευματικότερο ἔτσι ἀναγκάζονται νά ἀμελοῦν καί τά παιδιά καί τήν καλλιέργεια τῆς ψυχῆς τους’’.
Ὅμως, παρά τίς θυσίες καί τόν ἀγῶνα γιά τίς βιοτικές μέριμνες τά ἀφήνουν πεινασμένα μή προσφέροντας στίς ψυχές τους τροφή. Καί συνεχίζει: Αἰτία ὅλων τῶν κακῶν εἶναι ἡ πλεονεξία , ἡ ἔλλειψη τοῦ μέτρου. Γιατί, ἄν ἐπιδιώκαμε μόνον τά ἀπαραίτητα, τό  ἀνθρώπινο γένος θά εἶχε ἀπαλλαγεῖ ἀπό μεγάλη ἀρρώστια.


ΤΟ ΑΣΚΗΤΙΚΟ ΤΟΥΣ ΗΘΟΣ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ ΣΤΟΥΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥΣ  ΤΟΥΣ  ΑΓΩΝΕΣ


Ὑπῆρξαν καί οἱ τρεῖς ἀσκητές. Ἀπαρνήθηκαν τά πλούτη καί τούς τίτλους πού τούς ἐξασφάλισαν οἱ εὐγενεῖς καταγωγές τους καί ἡ φήμη τους.. Ἔζησαν καί ἔδρασαν μέ πρωτοφανή αὐτοθυσία κοντά στούς φτωχούς καί κατατρεγμένους. Ὑπῆρξαν στήν πράξη κοινωνικοί ἐπαναστάτες. Δέν φοβήθηκαν τήν ἐξουσία, ἦρθαν ἀντιμέτωποι μαζί της, ἀπειλήθηκαν, ἐξορίστηκαν, ἀλλά στάθηκαν ἀκλόνητοι στό ἐργο τους. Ἀφοῦ δοκίμασαν τίς ἀντοχές τῆς σχέσης τους μέ τό Θεό  στήν ἔρημο, ἔδωσαν αἷμα καί ἔλαβαν πνεῦμα, ἐπέστρεψαν στόν κόσμο, στό ποίμνιό τους ὅπου ὡς καλοί ποιμένες θυσίασαν τή ζωή τους ὑπέρ τοῦ ποιμνίου τους. Ἀφουγκράστηκαν τή φωνή τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ τους ὡς ἄλλοι Πέτροι: «Ἀγαπᾶς με; ποίμανε τήν ποίμνην μου». Και ἔγιναν ἐπίσκοποι ὄχι δεσπότες.
Καί ρίχτηκαν στόν ἐκκλησιαστικό ἀγῶνα, δηλαδή στόν κοινωνικό ἀγῶνα ἐνάντια στήν ἐξουσία, στόν παράνομο πλουτισμό, στήν πλεονεξία, στήν καταπίεση  σ΄ ὅλα ὅσα προκαλοῦν τήν κοινωνική ἀδικία.  Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος λέει στο Περί φιλοπτωχίας ἔργο του: «Οἱ κοινωνικές  ἀνισότητες δέν  εἶναι θέλημα  Θεοῦ. Ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο ἐλεύθερο….  Μέ τήν  πτώση θρυμματίστηκε ἡ ἀρχική ἑνότητα καί ἰσοτιμία μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, οἱ θρασύτεροι μέ τή βοήθεια τοῦ πολιτικοῦ νόμου, τόν ὁποῖο κατέστησαν ὄργανο καταδυναστεύσεως, ἐπιβλήθηκαν στούς ἀσθενέστερους καί ἔτσι οἱ ἄνθρωποι χωρίστηκαν σέ πλούσιους καί φτωχούς, ἐλεύθερους καί δούλους καί σέ πολλές ἄλλες κατηγορίες. Ἐμεῖς ὅμως, ὡς χριστιανοί ὀφείλουμε νά ἀποβλέπουμε καί νά τείνουμε στήν ἀρχική ἑνότητα καί ὄχι στην κατοπινή διαίρεση, στό νόμο τοῦ Θεοῦ καί ὄχι στό νόμο τοῦ ἰσχυροῦ», (Περί Φιλοπτωχίας ΡG 35, 892 A B).
Οἱ κοινωνικές τους θέσεις εἶναι τόσο ριζοσπαστικές καί ἄκρως ἐπίκαιρες σάν νά γράφτηκαν τώρα, στίς κρίσιμες αὐτές μέρες πού ζοῦμε. Ὁ Νικόλας Μπερντιάεφ ἕνας μεγάλος Ρῶσος διανοητής τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνα ἀναφέρει: «στόν Μεγάλο Βασίλειο ὅπως καί στόν Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο ἡ κοινωνική ἀδικία, δημιούργημα τῆς κακῆς διανομῆς τοῦ πλούτου κριτικάρεται μέ μιά δριμύτητα πού θά ἔκανε τόν Προυντόν καί τόν Κάρλ Μάρξ νά χλωμιάσουν».
Ἡ μανία τοῦ πλούτου και τά συμφέροντα τῶν ἰσχυρῶν εὐθύνονται για την κατάντια τῶν κοινωνιῶν, τήν πείνα, τήν ἐξαθλίωση, τήν ἀποθηρίωση τοῦ ἀνθρώπου. Γράφει ἐπ΄ αὐτοῦ ὁ Μέγας Βασίλειος «ἕως πότε θά κυβερνᾶ ὁ πλοῦτος πού εἶναι ἡ αἰτία τοῦ πολέμου»; Καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Οἱ πόλεμοι γίνονται ἀπό τόν ἔρωτα γιά τά χρήματα». Τέλος, ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος συμπληρώνει: «Μητέρα τῶν πολέμων εἶναι ἡ πλεονεξία, οἱ πόλεμοι με τη σειρά τους γεννοῦν την ὑψηλή φορολογία, πού εἶναι ἡ αύστηρότατη καταδίκη τῶν πολιτῶν».(ΒΕΠ 59,141).

Η ΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΜΑΣ ΚΑΙ Η ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΗΘΙΚΗ

Ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι αὐτό  πού ὀνομάζουμε σήμερα παγκόσμια οἰκονομική κρίση εἶναι κυρίως κρίση τῶν ἠθῶν. Ἡ οἰκονομία ἀναφέρεται στήν πολιτική μέ τόσο ἄμεσο τρόπο πού δικαίως τιτλοφορεῖται Πολιτική Οἰκονομία, ἀφοῦ οἱ οἰκονομικές ἐπιλογές ἔχουν πολιτικό χαρακτήρα. Μαζί ὅμως  μέ τήν οἰκονομία καί τήν πολιτική συνυπάρχει ἡ ἠθική, δηλαδή ἡ θεωρία τοῦ ἤθους, τοῦ τρόπου συμπεριφορᾶς μας ἐντός τῆς ζωῆς.
Ἡ ἠθική εἶναι συνισταμένη τῆς πολιτικῆς καί τῆς οἰκονομίας. Τά δύο αὐτά μείζονα μεγέθη τῆς ζωῆς μας εἶναι δύο συνιστῶσες τῆς ἠθικῆς. Μόνον στόν ὁρίζοντα τῆς ἠθικῆς εἶναι δυνατόν νά τεθοῦν ὀρθά καί νά ἀπαντηθοῦν σωστά ὅλα τά μεγάλα ἐρωτήματα τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας ἀνέκαθεν.
Μιά τέτοια τοποθέτηση φαντάζει σάν δῆθεν ἰδεαλιστική, ρομαντική ἤ οὐτοπική. Δέν ἀληθεύει ὅμως κάτι τέτοιο. Καί αὐτό ἀποδεικνύεται περίτρανα σήμερα μέ τήν καλπάζουσα οἰκονομική κρίση πού ἐπέρχεται στήν ὑφήλιο καί ἐνσκήπτει σάν πανδημία σαρώνοντας χρηματιστήρια, τράπεζες, ἑταιρεῖες, κυβερνήσεις καί λαούς.
Ποιά μπορεῖ νά εἶναι ἡ ἠθική ἀντιμετώπιση  τῆς οἰκονομικῆς κρίσης; Χρειαζόμαστε ἐπειγόντως μιάν ἀσκητική ἠθική τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας. Πρόκειται γιά τόν ριζικό ἐπαναστοχασμό ἐπιλογῶν, προτεραιοτήτων και ἱεραρχήσεων τοῦ οἰκονομικοῦ μας βίου στό φῶς τῆς ἀσκητικῆς ἐμπειρίας χιλιετιῶν ἀπό ὅλες τίς πανάρχαιες παραδόσεις τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ. Ὡς ἀσκητική στό ἐπίπεδο τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας δέν νοεῖται καμιά θρησκευτική πραγμάτωση τοῦ βίου μας οὔτε ὑπονοεῖται κάποια φυγή άπό τόν κόσμο, μήτε καμιά ἀποφυγή τοῦ πολιτισμοῦ μας.
Ἀσκητική εἶναι το ἦθος τῆς αὐτοκυριαρχίας, ἡ πρακτική τῆς αὐτοσυγκράτησης, ἡ τεχνική τοῦ αὐτοελέγχου τῆς ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς καί τό ἦθος τῆς αὐτάρκειας στήν καθημερινή μας ζωή.
Σύμφωνα με τον Κάρλ Φρήντριχ φόν Βάϊτσαίκερ (Carl Freidrich von Weizsäcker 1912-2003): «Το ἠθικό πρόβλημα τῆς ἀσκητικῆς συνίσταται στή σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τά διαθέσιμα ἀγαθά καί ὄχι μέ τήν ἔλλειψή τους. Δέν εἶναι ἡ φτώχεια ἀλλά ὁ πλοῦτος πού θέτει τέτοιο πρόβλημα. Δέν εἶναι σύμπτωση ὅτι ἡ διαμόρφωση ἀσκητικῶν ἰδεωδῶν συνδυάζεται μέ τήν ἐξέλιξη ἀνωτέρων εἰσοδηματικῶν κλάσεων…Τά ἀσκητικά ἰδεώδη τῶν προφητῶν τῆς Βίβλου, τῶν φιλοσόφων τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας_ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας θα προσθέταμε ἐμεῖς_ἀναδεικνύονται, ὅταν διαβάζει κανείς τά ἀρχαῖα κείμενα καί ἀντιληφθεῖ ὅτι ἐπρόκειτο για κίνημα διαμαρτυρίας τῶν διανοουμένων ἐναντίον τῆς τότε ἀκμάζουσας πρακτικῆς τῆς οἰκονομίας».
Πιό συγκεκριμένα θα μπορούσαμε νά ἐπισημάνουμε μερικά σημεῖα τῆς σύγχρονης ἀσκητικῆς ἠθικῆς τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας:
1.    Ἀ ν ά π τ υ ξ η, π ο σ ό τ η τ α καί π ο ι ό τ η τ α. Σίγουρα χρειαζόμαστε την ἀνάπτυξη , ἀλλά ὄχι τήν ποσοτική. Δέν ἐνδιαφέρει πλέον ἡ αὔξηση ἀγαθῶν, πόρων καί ὑπηρεσιῶν, ἀλλά προέχει ἡ ἀναβάθμιση τῆς ποιότητας τῆς ζωῆς μέ τήν ἀειφόρο ἀνάπτυξη σέ οἰκολογική ἰσορροπία καί κοινωνική δικαιοσύνη.
2.    Κ α τ α νά λ ω σ η, π α ρ α γ ω γ ή, καί  ἀ ν α π α ρ α γ ω γ ή.
Ἰδεῶδες δέν μπορεῖ πιά νά εἶναι ἡ αὔξηση τῆς κατανάλωσης  τῶν ἀγαθῶν. Ἡ παραγωγικότητα ἀποτελεῖ τόν αὐθεντικό μοχλό τῆς οἰκονομίας. Ἡ παραγωγή ἀψύχων ἀγαθῶν πρέπει νά εἶναι στήν ὑπηρεσία τῆς ἀναπαραγωγῆς ἐμψύχων ὑποκειμένων τῆς ἱστορίας, δηλαδή ἀνθρώπων. Τό δημογραφικό πρόβλημα εἶναι τό ὑποπροϊόν τοῦ ἀσύδοτου καταναλωτισμοῦ καί ἡ παρενέργεια τῆς ἀντιπαραγωγικότητας.
3.    Ἐ π ά ρ κ ε ι α,  α ὐ τ ά ρ κ ε ι α , ὀ λ ι γ ά ρ κ ε ι α. Ἀπόλυτη
ἐπάρκεια πόρων εἶναι ἀνύπαρκτη, ἀφοῦ ἀποτελεῖ  σχετικό
μέγεθος καθοριζόμενο ἀπό τήν κοινωνία. Ἡ αὐτάρκεια 
προϋποθέτει ὀλιγάρκεια κι αὐτή μέ τήν σειρά της
ἐπιτυγχάνεται μόνο ἀπό τό ΄ἀσκητικό ἦθος τῆς ἐλεύθερης,
ἐκούσιας καί συνειδητῆς αὐθυπέρβασης τῆς φιλαυτίας πρός
χάριν τῆς φιλαλληλίας. Ὀ ἀλτρουϊσμός ἀντί γιά τόν
ἀτομικισμό μπορεῖ νά σώσει τήν κοινωνία μας.

Ἄς ἀναρωτηθοῦμε για ἄλλη μια φορά προς τι ἡ εὐμάρεια; Ποιές εἶναι οἱ πραγματικές ἀνάγκες μας, ἀλλά καί ποιές ΄οἱ ἀληθινές, οἱ αὐθεντικές ἀξίες τῆς ζωῆς;  Μιά μεγάλη ἀντίθεση παρουσιάζεται μπροστά μας: ἀπό τό ἕνα μέρος ἄμετρη, ἀχαλίνωτη, προκλητική ἐπιζήτηση πλουτισμοῦ, καταναλωτισμός, πολυτέλεια, ἐπίδειξη καί ἀπό τό ἄλλο ἀκραία, ἔσχατη πενία καί ἔνδεια. Αἰτίες; ἡ ἀπαιδευσία, ὁ ἀτομικισμός, ὁ ὠχαδερφισμός, ἡ  δυσλειτουργία τῶν θεσμῶν. 
Καί ποιό εἶναι τό στρατήγημα τοῦ καταναλωτισμοῦ;  Ὁ ὑλικός εὐδαιμονισμός πού θεωρεῖ τά εἴδη πολυτελείας προϋποθέσεις εὐζωϊας καί ἐπομένως τό περιττό μετατρέπεται σέ ἀναγκαῖο. Καί αὐτό ὁδηγεῖ στήν δημιουργία τοῦ «μονοδιάστατου ἀνθρώπου» κατά τόν Μαρκοῦζε ἤ στήν «ἀποξένωση» (ἀλλοτρίωση), ὅπως χαρακτηριστικά λέει ὁ Π.Π. Παζολίνι: «Ὁ καταναλωτισμός εἶναι αὐτό πού θεωρῶ καινούργιο φασισμό. Τώρα πού μπορῶ νά κάνω μιά σύγκριση, καταλαβαίνω κάτι πού θά σοκάρει πολλούς ὅπως σόκαρε κι ἐμένα: ὅτι ἡ φτώχεια  δέν εἶναι τό χειρότερο κακό, οὔτε ἡ ἐκμετάλλευση. Δηλαδή, τό μεγάλο κακό τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι οὔτε ἡ φτώχεια οὔτε ἡ ἐκμετάλλευση, ἀλλά ἡ ἀπώλεια τῆς ἀνθρώπινης ἀτομικότητας κάτω ἀπό το κράτος τοῦ καταναλωτισμοῦ».
Ἀλλά πρωτύτερα ἀπό τόν Μαρκοῦζε καί τόν Παζολίνι προειδοποιοῦσε ἤδη ὁ Ἅγιος τῶν γραμμάτων μας κυρ-Ἁλέξανδρος Παπαδιαμάντης:  «ἡ πλουτοκρατία ἦτο, εἶναι καί θά εἶναι ὁ μόνιμος ἄρχων τοῦ κόσμου, ὁ ἀληθής ἀντίχριστος. Αὕτη γεννᾶ τήν ἀδικίαν, αὕτη τρέφει τήν κακουργίαν, αὕτη φθείρει σώματα καί ψυχάς. Αὕτη παράγει τήν κοινωνικήν σεπηδόνα. Αὕτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγεῖς».
Καί ἕνας ἄλλος ταπεινός τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων μας, ὁ Φώτης Κόντογλου, γράφει:
«Ὁ ἄνθρωπος εἶναι σέ ὅλα ἀχόρταγος. Θέλει νά ἀπολάψη πολλά, χωρίς νά μπορῆ νά τά προφτάξη ὅλα. Καί βάσανίζεται. Ὅποιος ὅμως φτάξει σέ μιά κατάσταση πού νά ευχαριστιέται μέ τά λίγα καί νά μή θέλη πολλά, ἔστω καί ἀπό οἰκονομία νά τά’ἀποχτήση, ἐκεῖνος λοιπόν εἶναι ὁ εὐτυχισμένος. Δέν τό κάνει ἀπό οἰκονομία, οὔτε γιατί ἔχει τήν ἰδέα πώς τά πολλά τόν βλάφτουνε στήν ψυχή ἤ στό σῶμα. Ἀλλά γιατί στά λίγα καί στά ἁπλά  βρίσκει πιό ἁγνή ἰκανοποίηση.Καί περισσότερο ἀπ’  ὅλα, ἐπειδή με τά ἁπλά καί μέ τά λίγα δέν χάνει τόν ἑαυτό του.Τ ίς ἐστί πλούσιος; Ὁ ἐν ὀλίγω ἀναπαυόμενος».
«Πολλά δέν θέλει ὁ ἄνθρωπος νά’ ν’ ἥμερος, να’ν’ ἄκακος.
Λίγο ψωμί, λίγο κρασί, Χριστούγεννα κι Ἀνάσταση», λέει ὁ νομπελίστας ποιητής μας Ὀδυσσέας Ἐλύτης.
Γιά τόν ἄνθρωπο πού ἀπολαμβάνει διαρκῶς μιάν ἐξαιρετική, πνευματικά ἔξοχη ἀτομικότητα, οἱ περισσότερες ἀπό τίς γενικά ἐπιζητούμενες ἀπολαύσεις εἶναι τελείως περιττές, καί ἐπιπλέον ὀχληρές καί ἐπιβαρυντικές. Γιά τοῦτο, ὁ Σωκράτης, ὅταν εἶδε νά πουλοῦν στην ἀγορά εἴδη πολυτελείας, εἶπε: «Πόσο πολλά πράγματα ὑπάρχουν πού δέν τά ἔχω ἀνάγκη!».

Καί τί θά μπορούσαμε νά ποῦμε σήμερα στά παιδιά μας μέσα στό σημερινό ἐκπαιδευτικό σύστημα ὅπου ἀναγκάζονται να ἀπομνημονεύουν ξερές καί ἀνούσιες, χωρίς ἠθικό ἀντίκρυσμα γνώσεις, πού δέν πείθουν γιά τήν ἀξία τους καί τίς πςερισσότερες φορές δέν ἔχουν πρακτική ἀφαρμογή στή ζωή τους; Γιά ποιά ζωή τά ἑτοιμάζουμε, πού ἔχουμε ἀποδυθεῖ μαζί τους σ’ ἕναν ἀγῶνα δρόμου ἀμφιβόλου ἐκβάσεως, προπονώντας τα νά γίνουν πρωταθλητές, νά εἰσαχθοῦν σέ κάποια ‘καλή σχολή’ γιά νά ἐνσαρκώσουν ἴσως τά ὄνειρα τῶν γονιῶν τους καί νά μποῦν κι ἐκεῖνα στό μαγγανοπήγαδο πού συνθλίβει ἰδιαιτερότητες, ταλέντα, ὄνειρα… Οἱ πιό σκληρά ἐργαζόμενοι, κατά κάποιες ἐκτιμήσεις. Ἀπό τό ἑπτάωρο τοῦ σχολείου στό ἀπαιτητικό πρόγαμμα τοῦ φροντιστηρίου κι ἀπό τό φροντιστήριο στό σπίτι γιά τή συνέχεια. Ξεκόψαμε τή γνώση ἀπό τή ζωή, τόν ἔρωτα, τήν ὀμορφιά. Τά πάντα κινοῦνται στά πλαίσια τοῦ κατεστημένου καί τῆς μετριότητας. Μέτρια μαθαίνουμε, μέτρια ὀνειρευόμαστε, μέτρια ἀγαπᾶμε… «Εἶμαι μετρίως μέτριος καί πάντα μετρημένος» λέει ὁ τραγουδιστής. «Μέτρια κι ὅλα μέτρια καί μέτρια παντοῦ. Κι οἱ ἀγάπες μου κι οἱ πόθοι μου κι ὅ,τι ἡ καρδιά μου ἀνειώνει, κι ἡ φαντασία τῆς ψυχῆς καί τό εἴδωλο τοῦ νοῦ με σφίγγουν  ὅλα μέτρια, τό μέτριο μέ παγώνει», θά γράψει ὁ νομπελίστας μας Γιῶργος Σεφέρης. Μᾶς παγώνει τό μέτριο, τό χλιαρό, αὐτό πού οὔτε ὁ ἴδιος ὁ Θεός δέν ἀνεχεται καί θά ἐμέσει. Χάθηκε ἡ μεταφυσική προέκταση τῶν πραγμάτων κι ὅλα ἀφέθηκαν στό ἐπικαιρικό καί στήν τυχαιότητα. Γι’ αὐτό καί ἡ ἔλλειψη σεβασμοῦ, ἡ δυσπιστία ἀπέναντι στόν θεσμό τῆς Παιδείας. Κι ἄν κάποτε οἱ νέοι ἔμοιαζαν μέ μπουμπούκια ἕτοιμα ν’ ἀνθίσουν, σήμερα μοιάζουν μαραμένοι μηδενιστές καί ὅλοι ὅσοι συμμετέχουν σ’ αὐτόν τόν τρελό ἀγῶνα δρόμου μέ «καματερά ἀνθρωπόμορφα σπρωγμένα ἀπ’ τή βουκέντρα», ὅπως θα’ λεγε κι ὁ μεγάλος Κωστῆς Παλαμᾶς.

Ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται, ἔχουμε κάνει λάθος στή συνταγή τῆς εὐημερίας. Μήπως ἀντί νά προσθέτουμε καταναλωτικά πρότυπα καί νά ἐξαγοράζουμε τήν ἀγάπη τῶν παιδιῶν μας μέ συνεχεῖς παροχές γιά νά ξεφύγουμε ἀπό τίς ἐνοχές μας, θά εἴχαμε ὠφεληθεῖ ἐάν ἀλλάζαμε τά πρότυπα καί ἐπανατοποθετούσαμε ὁλόκληρο τόν βίο μας πάνω σέ πνευματικότερη βάση; Γιατί «ἄν ὁ ἀγώνας γιά τό ψωμί μου εἶναι ζήτημα ὑλικό, ὁ ἀγώνας γιά τό ψωμί τοῦ διπλανοῦ μου εἶναι ζήτημα πνευματικό».Πόσες ἄραγε ἐργατοῶρες θα ἔπρεπε νά ἔχουμε καταναλώσει γιά νά ἀξιοποιήσουμε στοιχεῖα τῆς πνευματικῆς κληρονομιᾶς πού μᾶς δόθηκε ἁπλόχερα; Θά’ρθει σίγουρα ἡ στιγμή, ἄν δεν ἦρθε κιόλας, πού θά ἀναλογιστοῦμε τά λόγια τοῦ ποιητῆ: «Λυπᾶμαι γιατί ἄφησα νά περάσει ἕνα πλατύ ποτάμι μέσα άπό τά δάχτυλά μου, χωρίς νά πιῶ οὔτε μιά στάλα».Αὐτή τήν πνευματική δίψα θά εἴχαμε ἀποφύγει ἄν τά εἴχαμε κατακτήσει ἤδη μέ ὁποιονδήποτε τρόπο, καί κυρίως μέσω τῆς Παιδείας. Καί τότε δέν θά μποροῦσε κανείς νά μᾶς τά πάρει. Καμιά τράπεζα, κανένα χρηματιστήριο, καμιά κρίση.
Ἡ  Ἀρετή τήν ὁποία διδάσκονται στήν Τρίτη Λυκείου τά παιδιά μας στά περίφημα ἔργα Πρωταγόρας τοῦ Πλάτωνα καί  Ἠθικά Νικομάχεια τοῦ Ἀριστοτέλη, ὑποστηρίζεται ὅτι εἶναι ἕξις καί ὅτι ὡς τέτοια πρέπει νά ἐθίζονται σ’αὐτήν οἱ ἄνθρωποι ἀπό μικρή ἡλικία (εὐθύς ἐκ νέων), ἀλλά φαίνεται ὅτι κι αὐτό ὡς ἐξεταστέα ὕλη τῶν Πανελληνίων τοποθετήθηκε στή χώρα τῆς χρησιμοθηρίας καί μόνο, ἀποστηθίζεται πρός στιγμήν γιά τίς ἐξετάσεις καί μετά πηγαίνει κατευθεῖαν στόν κάλαθο τῶν ἀχρήστων, οὔτε κἄν στό καλάθι τῆς ἀνακύκλωσης.

Ὅμως  ὁ στόχος τῆς Παιδείας πρέπει νά εἶναι «ἡ κατά κεφαλήν καλλιέργεια καί ὄχι τό κατά κεφαλήν εἰσόδημα» ὅπως  εἶχε πεῖ κάποτε  ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς, «ἡ διά βίου χαρά κι ὄχι ἡ διά βίου ἀμάθεια» ἐπιμένουμε, ἡ ἀγάπη γιά τό πρόσωπο κι ὄχι ἡ ὅποια πολιτική καί οἰκονομική  ἀναγκαιότητα. Γιατί ἡ ἀγάπη εἶναι πιό γλυκειά κι ἀπ’ τή ζωή ὅπως εἶπε κι ἕνας σύγχρονος  Ἅγιός μας. Τί νά τήν κάνουμε τή ζωή χωρίς ἀγάπη; Μά καί χωρίς ἀγάπη, πῶς θά φτιάζουμε Παιδεία ζωῆς;. «Καμιά δέ θ’ἀγγίξετε καρδιά, ἄν ὁ λόγος δέ βγαίνει ἀπ’ την καρδιά σας» λέει ὁ Γκαῖτε. Ἀλλιῶς καί ἡ ζωή και ἡ Παιδεία θα εἶναι σκέτος παιδεμός.
Ἡ Παιδεία, πού προτείνουν οἱ τρεῖς Ἱεράρχες μας,  ἀπελευθερώνει τόν ἄνθρωπο. Δέν  τόν έξαναγκάζει, δέν  τόν κάνει δυστυχισμένο καί καταθλιπτικό. Σέβεται το πρόσωπό του. Κάτι πού δέν τό κάνει καμιά οἰκονομική θεωρία, καμιά ἰδεολογία.
Ἡ ἁπλότητα καί τό ἀσκητικό πνεῦμα τῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσής μας πολλά μποροῦν νά διδάξουν τόν σύγχρονο κόσμο. Ἡ κρίση μπορεῖ νά ξεπεραστεῖ ἄν δείξουμε πνεῦμα μετανοίας, δηλαδή ἀλλάξουμε σκέψη καί συμπεριφορά, ὥστε νά φτιάξουμε σχολεῖα μέ πνευματικά «προσανάμματα» τούς κλασικούς καί τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά μήν ἀφήσουμε τά παιδιά μας ἀνυπεράσπιστα μέσα στη δίνη τοῦ μεταμοντέρνου μηδενισμοῦ.

Σᾶς εὐχαριστῶ.

Βάννα Γ. Πασούλη
Φιλόλογος,
Διευθύντρια τοῦ Ἑλληνικοῦ Γυμνασίου Ντύσσελντορφ.

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

Ανοιχτό παράθυρο, του μοναχού Μωυσή Αγιορείτη,

Ανοιχτό παράθυρο
του μοναχού Μωυσή Αγιορείτη

από την εφημερίδα «Μακεδονία», 20/5/2012
Έχουμε ξαναπεί πως ο Θεός δεν είναι θυμώδης, τιμωρός και εκδικητής. Αν ήταν έτσι, θα πρέπει να ήταν κακός. Στη θεότητα όμως δεν υπάρχει ίχνος κακότητας. Η κάθε δοκιμασία είναι θεϊκή παιδαγωγία και αποτελεί μορφή ασκήσεως, την οποία διώξαμε από τη ζωή μας εκούσια. Με διάφορους τρόπους προσπαθεί ο Πανάγαθος Θεός να μας φέρει πιο κοντά του. Ενώπιον του Θεού είμεθα όλοι αγωνιστές..
Η σημερινή οικονομική κρίση είναι μια μεγάλη δοκιμή, δοκιμασία και εκπαίδευση. Ο Θεός είναι ένας άριστος εκπαιδευτής. Μας δοκιμάζει για το καλό μας και για τη νίκη μας. Η πατρίδα μας εξετέθη, μένει ανασφαλής, φοβισμένη και ταραγμένη. Ανοχύρωτη πνευματικά, παρασυρμένη από την ευδαιμονία, τον κορεσμό, την υπερκατανάλωση, τον πλουτισμό και την άσωτη διασκέδαση. Ο μαγνητισμός του ελληνικού βίου στην ύλη έφερε θλίψη και πικρή απογοήτευση. Έμεινε μόνο να νοιάζεται για το τι θα φάει και τι θα πιει. Κυκλοφορούν πολλά βιβλία με εκατοντάδες παράξενες συνταγές φαγητών. Ψάχνοντας επίμονα τη χαρά παντού, βρήκε συντρίμμια της, τη δυστυχία, τη διαφθορά, την ασυδοσία.
Αυξάνεται η ανεργία συνεχώς, μεγαλώνει η φτώχεια, δυναμώνει ο πόνος και ο άνθρωπος αισθάνεται αποτυχημένος, μόνος και απελπισμένος. Δίχως τον Θεό όλα αυτά επιδεινώνονται ανησυχητικά. Με τον Θεό δεν λύνονται ως διά μαγείας όλα μαζί. Έχει όμως ο άνθρωπος αίσθηση της παρουσίας του Θεού, της αγάπης του, της αγιοπνευματικής χάριτος, της παρηγοριάς και της ελπίδος. Έτσι μπορεί και μέσα στις καθημερινές δυσκολίες της ζωής να μη χάνει το θάρρος του. Να ζει μέσα στον κόσμο και να μην παρασύρεται από κάθε τι το ανίερο και αναίσχυντο. Η ακράδαντη πίστη θα δώσει αισιοδοξία. Η ουσιαστική αγάπη θα προσφέρει φιλανθρωπία και ελεημοσύνη. Έτσι θα φωτιστεί και θα θερμανθεί η καρδιά του πληγωμένου ανθρώπου.
Όσοι ακόμη θα ακολουθούν ψεύτικους Θεούς ή θα κάνουν Θεούς ανθρώπους της πολιτικής, της τέχνης, της επιστήμης, θα πλανώνται οικτρά. Δίχως Θεό η κάθε κρίση θα καταδυναστεύει ψυχές και θα τις κάνει να πάσχουν από φοβερές πλάνες και πολλά δεινά. Όσοι πονηροί σαγηνεύουν τον αφελή κόσμο με ψευδαισθήσεις, μελλοντολογίες και αντιχριστολογίες λαθεύουν και αμαρτάνουν. Χρειάζεται προσοχή, διάκριση και σοβαρότητα.
Είναι καιρός να αποφασίσουμε να συγχωρούμε ειλικρινά και εγκάρδια. Να γίνουμε ταπεινοί ελεήμονες. Να αγαπήσουμε και να ακολουθήσουμε την ευγένεια, την ανεκτικότητα, τη συντροφικότητα και την καλοσύνη. Η ανθρωπιά απουσιάζει. Το χαμόγελο κρύβεται. Μια σκληρότητα και σκυθρωπότητα καλύπτει τα πρόσωπα, τις κινήσεις, τα λόγια, τις αποφάσεις. Η δύσκολη κατάσταση του τόπου μας δεν διορθώνεται με περισσότερα βάρη, με πρόσθετα μέτρα, με απόρριψη και εκδικητικότητα. Οι αστυνομικοί μπορούν να συλλαμβάνουν, όταν πρέπει, αλλά όχι να δέρνουν. Οι δικαστές να μην εξαντλούν την αυστηρότητά τους σε ορισμένους. Παρουσιάζονται ως άτεγκτοι τηρητές των νόμων κι όμως αποδεικνύεται μερικές φορές ότι σφάλλουν σοβαρά. Οι δάσκαλοι όλων των βαθμίδων δεν θα βοηθήσουν τους μαθητές τους με την αγριότητα, την υπερβολική αυστηρότητα και την ειρωνεία. Οι πολιτικοί μάς οδήγησαν στον εξευτελισμό και την ακυβερνησία.
Η παρούσα κρίση είναι μια ευκαιρία να δούμε αυστηρά τον εαυτό μας και με επιείκεια τους άλλους. Η καλοσύνη είναι ωραία. Η αλληλοκατανόηση, ο αλληλοσεβασμός και η αλληλοεκτίμηση είναι πιο αναγκαία σήμερα. Στο κλειστό σπίτι είναι ένα ανοιχτό παράθυρο. Ένα παράθυρο που φέρνει ήλιο, φως και νέο αέρα. Η άνοιξη είναι μια ωραία εποχή. Μέσα στο σκοτάδι κι ένα κερί αναμμένο γκριζάρει το σκοτάδι. Ας ανοίξουμε και το παράθυρο της καρδιάς μας με την ανθρωπιά και την καλοσύνη, που όλοι έχουν μεγάλη ανάγκη.
                                                                                       πηγή:http://www.makthes.gr/news/opinions/88375

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

ΟΜΙΛΙΑ 63η: Προς εκείνους που δυσανασχετούν για τις παντός είδους δυσκολίες που συμβαίνουν (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)




Τονίζει ότι, αν μας βρίσκουν κακά, αυτό οφείλεται στις αμαρτίες μας. Η αμαρτία είναι το φυσικό κακό, και αυτό έχει σημασία, ενώ το αισθητικό κακό είναι δευτερεύον.


1. Το από τη φύση του κακό, δηλαδή η αμαρ­τία, έχει από εμάς τους ίδιους την αρχή, το σχετικό όμως με την αίσθησή μας κακό, δηλαδή το οδυνηρό και επίπονο, θα μπορούσε να γίνει και από τον Θεό που σαν ιατρός συγκρατεί μέσω αυτού και θεραπεύει το αληθινά κακό, και όταν αυτοί που αμάρτησαν είναι θεραπεύσιμοι προσφέρει τις παντός είδους φροντίδες, ενώ όταν είναι αθεράπευτοι, τους παίρνει και από τη ζωή ακόμη για τη σωτηρία των άλλων.
Για τις υπόλοιπες όμως συμφορές εμείς είμαστε αίτιοι, καθιστώντας τους εαυτούς μας άξιους για καυτήρες, ενώ εκείνος και έτσι είναι ευεργέτης και σωτήρας ως καθαιρέτης του πραγματικά κακού. Πολλές φορές μάλιστα προσθέτει στους ανδρείους και αγώνισμα, τις προσβολές των μη από τη φύση τους κακών. Όπως δηλαδή η νόσος δεν έχει δημιουργηθεί από τον Θεό, έστω και αν αυτό που νοσεί είναι το από εκείνον δημιουργημένο ζώο, έτσι ούτε η αμαρτία δεν έχει γίνει από αυτόν, έστω και αν αυτή που εκτρέπεται προς αυτήν είναι η δημιουργημένη από αυτόν λογική ψυχή. Γιατί αυτή, αφού τιμή­θηκε με αυτεξουσιότητα και ελεύθερη ζωή, γιατί αν δεν είχε αυ­τή την τιμή θα ήταν μάταια λογική, αφού έλαβε τη γνώμη ελεύ­θερη από κάθε ανάγκη, αν παραμένει δίπλα στον Θεό και συνά­πτεται με αυτόν με την αγάπη, τηρεί για τον εαυτό της το αγαθό και την κατά φύση ζωή, αν όμως, χορταίνοντας κατά κάποιο τρόπο εκείνη την ιερή προσήλωση στο αγαθό, κλίνει προς τις κάτω σαρκικές ηδονές, εκτρεπόμενη από το από τη φύση του καλό, νοσεί ως προς το από τη φύση του κακό, δηλαδή την αμαρτία, δημιουργώντας για τον εαυτό της τον θάνατο με την έκπτωσή της από τη ζωή με τη θέλησή της.


2. Επειδή λοιπόν τέτοιοι είμαστε σχεδόν όλοι και χρειαζόμαστε κοινωφελή διδασκαλία και συμβουλή, θα εκθέσομε τώρα τους λόγους προς σας κυρίως από τους λόγους του Θεού, ώστε, αφού αντιληφθείτε ότι αίτιο της παγκόσμιας επιβολής των κακών εί­ναι η αμαρτία, ας εγκαταλείψομε τη γνώμη μας που αγαπά την αμαρτία, και ας μετατρέψομε τους εαυτούς μας προς κάθε τι θεάρεστο, και έτσι, εξιλεώνοντας και λατρεύοντας το Θείο με έργα αρετής, ας μετατρέψομε σε έλεος την εναντίον μας οργή του Κυ­ρίου. Γιατί αυτός είναι που μέσω του Μωϋσή μας διαβεβαίωσε και μας είπε, «εάν ακούσεις με προσοχή τη φωνή του Κυρίου του Θεού σου και πράξεις τα αρεστά σ’ αυτόν και υπακούσεις στις εντολές του, καμμιά νόσο δεν θα σου επιφέρω· γιατί εγώ είμαι ο Κύριος που σε θεραπεύει» (Εξ. 15, 26).

3. «Εάν λοιπόν βαδίζετε σύμφωνα με τα προστάγματά μου (Λευίτ. 26, 3-38 με παραλείψεις) και φυλάξετε τις εντολές μου και τις εφαρμόσετε, θα σας έρθει κάθε αγαθό και θα κατοικήσετε με ασφάλεια και δεν θα έρθει πόλεμος στον τόπο σας· και θα δώσω ειρήνη στον τόπο σας, και θα κοι­μηθείτε και δεν θα υπάρχει κανείς να σας φοβίζει· και θα διώξετε τους εχθρούς σας και θα πέσουν ενώπιόν σας φονευμένοι. Και πε­νήντα από σας θα καταδιώξουν εκατό και εκατό από σας θα κα­ταδιώξουν μυριάδες· και θα πέσουν με μάχαιρα οι εχθροί σας μπροστά σας· και θα είμαι Θεός σας και σεις θα είσθε λαός μου. Και θα φάγετε τα αγαθά της γης παλαιά και νέα, και εγώ δεν θα σας θεωρήσω βδελυρούς, αλλά θα περπατήσω μαζί σας, και θα είμαι Θεός σας εγώ που σας υποσχέθηκα αυτά τα πράγματα. Εάν όμως δεν με υπακούσετε και δεν εφαρμόσετε όλα τα προ­στάγματά μου, αλλ' απειθήσετε σαυτά και η ψυχή σας δυσανα­σχετήσει για τις αποφάσεις μου, ώστε να μη εκτελείτε όλες τις εντολές μου, τότε εγώ θα σας συμπεριφερθώ έτσι· θα προκαλέσω σε σας κάθε νόσο και φτώχεια που θα λειώνει την ψυχή σας και τα αγαθά σας θα τα φάγουν οι αντίπαλοί σας. Γιατί θα στρέψω το πρόσωπό μου επάνω σας και θα πέσετε μπροστά στους εχθρούς σας, και θα σας υποδουλώσουν αυτοί που σας μισούν, και θα τραπείτε σε φυγή χωρίς να σας καταδιώκει κανείς· και αν ούτε και μετά από αυτά δεν με υπακούσετε» (δηλαδή το να επιστρέψετε), «θα συνεχίσω να σας παιδεύω», λέγει, «επτά φορές. Θα συντρίψω την υπερβολική υπερηφάνεια σας, και η δύναμή σας θα αποδειχθεί ανώφελη, αχρηστευόμενη από την ξηρασία και την αφορία της γης και από την ακαρπία των δένδρων των αγρών. Και αν μετά από αυτά δεν θέλετε να με υπακούσετε, θα σας προσθέσω άλλες επτά πληγές· θα αποστείλω εναντίον σας τα άγρια θηρία και θα σας καταβροχθίσουν και θα σας καταστή­σουν λίγους, και οι δρόμοι σας θα γίνουν έρημοι. Και έπειτα από αυτά, αν δεν διορθωθείτε, θα σας πατάξω ακόμη επτά φορές, και θα επιφέρω επάνω σας μάχαιρα που θα τιμωρήσει την καταπά­τηση της διαθήκης μου, και θα καταφύγετε στις πόλεις σας· και θα σας αποστείλω θάνατο και θα παραδοθείτε στα χέρια των εχθρών σας, όταν θα σας θλίψω με την έλλειψη άρτων. Εάν και με όλα αυτά δεν πειθαρχήσετε σ' έμενα, αλλά βαδίζετε πλάγια από μένα, και εγώ θα πορευθώ προς εσάς πλάγια, και θα σας τιμωρήσω σύμφωνα με τις αμαρτίες σας, και θα φάγετε τις σάρ­κες των υιών και των θυγατέρων σας. Και θα καταστήσω έρημες τις πόλεις σας, θα κατερημώσω τα ιερά σας και δεν θα οσφραίνομαι την οσμή των θυσιών σας. Θα κατερημώσω επίσης τη γη σας και θα μείνουν έκπληκτοι γι' αυτήν οι εχθροί σας που κα­τοικούν σ' αυτήν. Και θα σας διασπείρω στα έθνη, και θα σας καταφάγει η επερχόμενη μάχαιρα. Και σε όσους απομείνουν από σας θα προκαλέσω δειλία και θα τους διώξει ο ήχος φύλλου που πέφτει, και θα φύγουν σαν από πόλεμο και θα αφανισθούν μέσα στα έθνη, και θα τους καταφάγει η γη των εχθρών τους».

4. Βλέπεις μέχρι που φθάνει η οργή του Κυρίου; Αν και βέβαια «είναι σπλαχνικόςκαι ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλεος, και παραβλέπει τις κακίες των ανθρώπων», αλλ' οπωσδήπο­τε εκείνων που μετανοούν και επιστρέφουν από τις κακίες τους. Γιατί «λέγει ο Κύριος· επιστρέψατε, και θα επιστρέψω σε σας». «Και θα επιστρέψεις προς τον Κύριο τον Θεό σου, και θα ακού­σεις τη φωνή του. Γιατί ο Κύριος ο Θεός σου είναι Θεός σπλα­χνικός, και δεν θα σε εγκαταλείψει και δεν θα σε αφανίσει, αλλά θα βρεις βοηθό τον Κύριο τον Θεό σου, και θα τον ζητήσεις με όλη την καρδιά σου και με όλη την ψυχή σου στη θλίψη σου». Θα θλιβείς όμως, αν πεισθείς στις γνώμες μου, όχι μόνο γιατί πάσχεις, αλλά και γιατί παρέβλεψες τις εντολές του Κυρίου και δεν φύλαξες τα προστάγματά του, γι' αυτό και παραδόθηκες στις αθεράπευτες συμφορές· και μέσα στις θλίψεις σου θα ζητή­σεις την απαλλαγή από τα κακά και θα υποσχεθείς τη φύλαξη των εντολών, και θ' αποδείξεις με έργα πραγματοποιημένη την υπόσχεση, για να επιτύχεις αποτελεσματικά τη θεία βοήθεια. Αλλά ποιές είναι οι εντολές του Κυρίου; Ο σωστός σεβασμός προς αυτόν και η αγάπη προς αυτόν, η αγνεία και σωφροσύνη του σώματός μας, η φιλαλληλία και το να μη επιθυμεί κανείς τίποτε από τα αγαθά του πλησίον του, ούτε να τον κακοποιεί σε τίποτε, αλλά να τον αγαθοποιεί με όλη τη δύναμή του, και γε­νικά ο καθένας να πράττει προς τον πλησίον εκείνα τα οποία επιθυμεί και ο ίδιος να επιτύχει από τον καθένα.

5. Αλλά πρόσεχε και κατά λέξη, αν θέλεις, την απόφαση ενα­ντίον εκείνων που παραβαίνουν κάτι από τα όσα λέχθηκαν «με εξόργισαν», λέγει, «με ανύπαρκτο θεό, και εγώ θα τους κάνω να ζηλοτυπήσουν για μη έθνος»· και πάλι· «είμαι Θεός ζηλωτής, που ανταποδίδω αμαρτίες πατέρων επάνω στα τέκνα και επάνω στα τέκνα των τέκνων μέχρι την τρίτη και τέταρτη γενεά για εκείνους που με μισούν», και, «επικατάρατος είναι αυτός που δεν τιμά τον πατέρα του ή τη μητέρα του· και θα πει όλος ο λαός, γένοιτο, γένοιτο»· και, «αυτός που κακολογεί πατέρα ή μητέρα, να τιμωρείται με θάνατο, καθώς και υιός που αντιλέγει στον πατέρα για το δίκαιο», και «εάν έχει κανείς ανυπάκουο υιό που δεν υπακούει στα λόγια του πατέρα ή της μητέρας, αφού τον συλλάβουν, να τον οδηγήσουν στη γερουσία και να πουν, ο υιός μας αυτός είναι ανυπάκουος και ερεστικός, και μη υπακούοντας στα λεγόμενά μας γλεντοκοπά και μεθοκοπά. Και θα τον λιθοβολήσουν οι άνδρες της πόλεως με λίθους και θα βγάλετε από ανά­μεσά σας τον κακό».

6. Και ποιές είναι οι τιμωρίες αυτών που παραβαίνουν τα παραγγέλματα της αγνείας; δεν είναι ο θάνατος το επιτίμιο γι' αυτά; Γιατί λέγει, «δεν θα υπάρξει πόρνη ανάμεσα στις θυγατέ­ρες του Ισραήλ, και δεν θα υπάρξει πόρνος από τους υιούς του Ισραήλ»· και, «βεβηλώθηκε», λέγει, «ο λαός με την εκπόρνευση» και «πέθαναν με την πληγή εικοσιτέσσερις χιλιάδες»· και αν δεν σηκωνόταν ο Φινεές, ο υιός του Ελεάζαρ, από ζήλο να θα­νατώσει επ’ αυτοφώρω εκείνον που διέπραττε την πορνεία μαζί με την πορνευόμενη διαπερνώντας τους με το δόρυ με ένα κτύπη­μα, όλοι θα αφανίζονταν, και θα τιμωρούνταν και οι αθώοι ως ένοχοι, γιατί δεν τιμωρούσαν την παρανομία. Γι' αυτό και έλεγε προς τον Μωϋση ο Θεός· «ο Φινεές κατέπαυσε τον θυμό μου και δεν αφάνισα από το ζήλο μου τους υιούς Ισραήλ». Εάν η πορ­νεία είναι τόσο πολύ απαγορευμένη και έτσι τιμωρείται, τί θα πάθει αυτός που μοιχεύει; Πραγματικά δεν θα αθωωθεί. Γι' αυτό και ο θείος νόμος λέγει, «αν βρεθεί άνθρωπος να κοιμάται με γυναίκα συζευμένη με άλλον άνδρα, να θανατώνετε και τους δυο και να βγάζετε από ανάμεσα σας τον κακό».

7. Αλλ' αυτά, λέγει, είναι του παλαιού νόμου· τί σχέση έχουν με εμάς, τον λαό της Καινής Διαθήκης; Δεν άκουσες όμως τον νομοθέτη και Δεσπότη Χριστό που λέγει, «δεν ήρθα να καταλύ­σω τον νόμο, αλλά να τον συμπληρώσω», και «γιώτα ένα ή μια στιγμή δεν θα καταργηθεί από το νόμο, μέχρι που να γίνουν όλα»; Αν έτσι είναι αυτό, θα θανατωθεί οπωσδήποτε και θα παραδοθεί στους εχθρούς με τρόπο αισχρό νικημένος και θα υποστεί όλα τα δεινά ο υπόδικος σε απόφαση του θανάτου και των άλλων ποινών που έχουν απειληθεί λόγω της αμαρτίας. Ένα φάρμακο υπάρχει που έχει βρεθεί από τη σοφία και χάρη του μόνου Θεού και Σωτήρα Χριστού, το να θανατώσομε τους εαυτούς μας ως προς την αμαρτία με τη μετάνοια, και έτσι, αφού αποδώσομε μόνοι μας το χρέος στις αποφάσεις βάσει του νόμου, να ντυθούμε με την αρετή τον στο όνομα του Χριστού νέον άνθρωπο, και με αυτόν τον τρόπο να ελευθερωθούμε από το νόμο, ζώντας σύμφωνα με τον Χριστό που πρόσφερε τον εαυτό του λύτρο για χάρη μας. Αλλωστε, αν δεν απαγόρευε την αμαρτία η Καινή Διαθήκη, καλώς θα την υπολόγιζες θέλοντας να δικαιώ­σεις τον εαυτό σου εσύ που ενέχεσαι σε θανατηφόρα απόφαση, τώρα όμως όχι μόνο το τέλος της αμαρτίας απαγόρευσε, αλλά και αυτό που είναι πολύ ελαφρότερο απ’ αυτήν, τις πρώτες δηλαδή αρχές της αμαρτίας, και καταδικάζει σ’ αιώνιο θάνατο αυτούς που υπέπεσαν σ’ αυτές σα να διέπραξαν ολόκληρη την αμαρτία. Γιατί λέγει· «λέχθηκε στους παλαιούς, να μη φονεύσεις, και όποιος φονεύσει, θα είναι ένοχος κατά την κρίση. Εγώ όμως σας λέγω, ότι όποιος οργίζεται χωρίς λόγο εναντίον του αδελ­φού του, θα είναι ένοχος κατά την κρίση».

8. Βλέπεις; Την άδικη οργή έκρινε ίση με το φόνο, τοποθετώντας και τα δύο κάτω από όμοια καταδίκη. Όποιος όμως προ­χωρήσει μέχρι του σημείου, ώστε λοιδορώντας τον αδελφό του να τον αποκαλέσει μωρό, «θα είναι ένοχος», λέγει, «στη γέεννα του πυρός»· και πάλι· «ακούσατε ότι λέχθηκε, να μη μοιχεύσεις· εγώ όμως σας λέγω ότι, οποιοσδήποτε βλέπει γυναίκα με διάθε­ση να την επιθυμήσει, ήδη εμοίχευσε αυτήν μέσα στην καρδιά του». Βλέπεις; Και εδώ εξίσωσε την πορνεία με τη μοιχεία· γιατί δεν είναι κάθε γυναίκα συζευγμένη με άνδρα. Μάλλον ούτε την πορνεία, αλλ' εκείνον που θέλησε να πορνεύσει, και μάλιστα που κίνησε το πάθος μόνο με το λογισμό και με την εμπαθή θέαση, τον ανεκήρυξε ολοκληρωμένο μοιχό· γιατί είναι κριτής σκέψεως και εννοιών της καρδιάς και γνωρίζει τον νου μέσα μας, τον οποίο κατασκεύασε οικειότατο προς τον εαυτό του, σαν κάποια νοητή σελήνη και έσχατο φως, δεκτική της νοερής ακτίνας του θείου και ανώτατου φωτός.

9. Εκείνοι λοιπόν που καθιστούν το δοχείο του θείου φωτός δοχείο αισχρής και πραγματικά σκοτεινής ηδονής και με την εμπαθή συγκατάθεση αποδεικνύουν τον θεόκτιστο ναό του Θε­ού διαμονή δαιμόνων και πραγματικό ειδωλείο, ποιά υπερβολή ατοπημάτων παρέλειψαν, ώστε να επονομασθούν από το αι­σχρότερο των αμαρτημάτων, τη μοιχεία; Αν είμαστε όλοι συζευμένοι μ' ένα άνδρα, με τον μόνο νυμφίο Χριστό, όπως βροντοφω­νάζει ο Παύλος, και γίναμε μαζί του ένα πνεύμα, προσκολλημέ­νοι στη θεότητα εκείνου με το νοερό της ψυχής, και είμαστε μέλη του αόρατα συμφυτρωμένοι με αυτόν, αυτός που την ένωση αυ­τή την μίανε με τη συγκατάθεση της πορνείας, άραγε δεν σου φαίνεται ότι έχει καταντήσει να είναι και να καλείται ολοκληρω­μένος μοιχός, ή καλύτερα είναι και κάτι περισσότερο και πολύ χειρότερο από μοιχό, επειδή διέλυσε θεία απαθή συνύπαρξη με τον Θεό; Τί πάλι μας διέταξε για τους όρκους; δεν τον απαγό­ρευσε ως επιορκία και δεν τον είπε με σαφήνεια έργο του πονηρού;

10. Αλλά γιατί τα λέγω αυτά με λεπτομέρειες, ενώ είναι δυνατό να συμπεριλάβω το παν σ’ ένα λόγο; Γιατί λέγει· «αν δεν ξεπερά­σει η δικαιοσύνη σας τη δικαιοσύνη των Γραμματέων και Φαρισαίων» (δηλαδή των εκπληρωτών του παλαιού νόμου), «δεν θα εισέλθετε στη βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 5, 20). Εμείς όμως, από τους οποίους ζητείται κάτι περισσότερο από εκείνους, με τα έργα μας δεν είμαστε ούτε σαν εκείνους ή λίγο κάτω από εκεί­νους, αλλά εμείς που έχομε διδαχθεί να εγκρατευόμαστε και από τους συζύγους (γιατί λέγει, «ο καιρός από τώρα και στο εξής είναι περιορισμένος, ώστε και όσοι έχουν γυναίκες, να είναι σαν να μη έχουν γιατί έρχεται και φεύγει το σχήμα του κόσμου αυτού»)· εμείς λοιπόν που ακούσαμε και πιστέψαμε αυτά, όχι μόνο δεν εγκρατευόμαστε από τις δικές μας συζύγους, αλλά και ποθούμε τις ξένες· εμείς που έχομε προσταχθεί να μη ορκιζόμα­στε ούτε σε τρίχα (γιατί λέγει, «να μη ορκισθείς ούτε στην κεφα­λή σου, γιατί δεν είσαι σε θέση να κατασκευάσεις μια τρίχα λευ­κή ή μαύρη»)· εμείς λοιπόν δεν φρίττομε που συχνά επικαλού­μαστε την ανώτατη κεφαλή του παντός, τον ίδιο τον Θεό και τα άγια του Θεού, αλλά τόσο πολύ, αλλοίμονο!, προχώρησε η φο­βερή τόλμη, ώστε και τα ίδια τα απόρρητα σύμβολα του σωτήρι­ου πάθους, το θείο αίμα του Θεού των θεών (Δευτ. 10, 17), που μια φορά στους αιώνες χύθηκε για χάρη της ζωής του κόσμου (αλλοίμονο! πώς δεν μας εγκαταλείπεις, ήλιε, όπως και τότε τους θεοκτόνους;), να τα τοποθετούμε επάνω σε χαρτί σαν μελάνι, επιβεβαι­ώνοντας τους όρκους, τους οποίους ο αληθινός Δεσπότης χαρα­κτήρισε όλους έργο του πονηρού, και έτσι, αλλοίμονο!, καθι­στούμε συνεργό του πονηρού αυτόν που κατέλυσε το κράτος εκείνου.

11. Αλλά ως προς το Θείο τέτοιοι είμαστε, τους συνανθρώπους μας όμως πώς τους μεταχειριζόμαστε; Όχι σχεδόν σαν αλλόφυ­λους και πολέμιους; Αλλοίμονο, τι να κάνω! Πώς να εκτραγωδήσω τη δημόσια και κοινή συμφορά; Σχεδόν σε τίποτε άλλο δεν ευδοκιμούμε, παρά στη φθορά ο ένας εναντίον του άλλου και στην κακομεταχείριση των κατωτέρων· σχεδόν όλος ο κόσμος έγινε, αλλοίμονο!, παρανάλωμα της μεταξύ μας μάχης, και αν για λίγο υποκριθούμε την φαινομενική αναμεταξύ μας ειρήνη, οι δυνάστες αυξάνομε περισσότερο την βία εναντίον των φτω­χών, επιβάλλοντας βαρύτερη φορολογία στους χειρωνακτικά εργαζόμενους. Ποιός στρατιώτης αρκείται τώρα στο μισθό του; Ποιός άρχοντας δεν καμαρώνει για τις αρπαγές; Οι σκυλοτρόφοι και οι χοιροβοσκοί, σαν άγριοι χοίροι και αιμοβόροι σκύλοι, διασπαράσσουν την περιουσία των απροστάτευτων. Γι' αυτό κραυγάζουν εναντίον όλων σας οι φτωχοί, εναντίον των ηγετών, των έπειτα από αυτούς, των στρατιωτικών, των υπηρετών τους, μη υποφέροντας την ανηλεή και μισάνθρωπη συμπεριφορά των φορολόγων και την συνεχή βία και αδικία από όσους από σας είσθε δυνατώτεροι πάνω στη γη· ήδη έφθασε και μέχρι τους μο­ναχούς το ρεύμα της ξεχυνόμενης ορμητικά αδικίας.

12. Έπειτα θαυμάζομε πως μας εγκατέλειψε ο Θεός, πως γίναμε περίγελως των αντιθέτων, πως κατέστη ισχυρότερο από μας κάθε έθνος και κατατρέχει τη χώρα λεηλατώντας την αλύπητα· ενώ πρέπει να θαυμάζομε την υπερβολή της ανοχής του Θεού, πώς δεν έρριξε από τον ουρανό φωτιά εναντίον μας, όπως στην περί­πτωση του Κορέ και των γύρω από αυτόν, πώς δεν μας έστειλε στον άδη ζωντανούς, σχίζοντας για μας τη γη και ανοίγοντας χάσμα και βάραθρο, όπως στην περίπτωση του Δαθάν και Αβειρών και όλων των υπαρχόντων τους, πώς δεν μας παρέδωσε αμέσως σε πανωλεθρία, όπως πολλά έθνη πολλές φορές, που είχαν διαπράξει ανεπανόρθωτα πράγματα. Πραγματικά λίγα μαστιγώ­ματα δεχθήκαμε για τις όσες αμαρτίες διαπράξαμε.

13. Αρα λοιπόν, επειδή τιμωρεί με ευσπλαγχνία, οπωσδήποτε αναμένοντας την επιστροφή μας, τώρα λοιπόν και εμείς, νουθετούμενοι μετά το πάθημά μας, ας επιστρέψομε προς αυτόν και απορρίπτοντας τα έργα του σκότους όλοι ας γίνομε του φωτός· ας αγαπήσομε ο ένας τον άλλο και με τα έργα ας δείξομε την απαλλαγμένη από υποκρισία αγάπη μας, ώστε και η αγάπη του Θεού να παραμείνει σε μας δοξαζόμενη έμπρακτα απέναντι σε όλα τα έθνη που μας πολεμούν. Ας παύσομε να επιθυμεί ο κα­θένας τα του πλησίον, ώστε έτσι, απέχοντας από κάθε αδικία, να βρούμε βοηθό τη δικαιοσύνη του Θεού, που θα θέσει κάτω από τα πόδια μας τους ασεβείς και θα κάνει δικά μας τα κτήμα­τα εκείνων. Ας σταματήσομε τους φρικωδέστατους όρκους, με τους οποίους, ενώ νομίζομε ότι επιβεβαιώνομε τις πράξεις μας, αθετούμε τον θείο όρο, γι' αυτό και συνεχώς αποτυγχάνομε, γιατί διώχνομε την από τον Θεό ασφάλειά μας. Ας μετατρέψο­με τον βίο προς το θεοφιλέστερο και σωφρονέστερο, ώστε ο πα­τέρας της αγνείας Θεός να μας αγαπά σαν παιδιά του και να μας φέρει επάνω από κάθε λέπρα και φθορά συμπράττοντας σε όλα με μας και πολεμώντας μαζί μας εκείνους που μας πολε­μούν. Ας ρυθμίσομε κάθε έργο και λόγο και διανόημά μας σύμ­φωνο προς τη θεία αρέσκεια, και αφού έτσι επιστρέψομε ως προς όλα καθαροί, ας πέσομε γονατιστοί και ας κλάψομε μπρο­στά στον Κύριο τον Θεό μας ζητώντας τη συγχώρηση των αμαρ­τημάτων μας.

14. Έτσι και αυτός, αφού επιστρέψει, θα μας καθαρίσει από κά­θε αμαρτία, και, αφού μας λευκάνει σαν το χιόνι και μας κατα­στήσει λαμπρότερους από το χρυσάφι, θα μας δοξάσει μαζί με τον εαυτό του στους ατελείωτους αιώνες. Μας έδειξε με πολλούς τρόπους τη φιλανθρωπία του, με την παραβολή του ασώτου, με τη συμπάθεια προς τον ταπεινωθέντα τελώνη, με τη φροντίδα προς το πλανημένο όπως εμείς πρόβατο. Μας έδειξε έμπρακτα το απερίγραπτο της συμπάθειας με τον ληστή που σταυρώθηκε και βασίλευσε μαζί του, με τον Μανασσή που έζησε παρανομώτατα ανάμεσα στους βασιλείς και έπειτα μετανόησε και έγινε δεκτός· με την ευσπλαγχνία που έδειξε στους Νινευίτες συγχωρώ­ντας πολλών ετών πλήθος αμαρτημάτων για τριήμερη μετά­νοια. Αυτός (πω, πω, τι απερίγραπτο μέγεθος αγαθότητας!), αφού έκλινε τους ουρανούς, κατέβηκε για μας και έκανε τον εαυτό του για μας κήρυκα της μετανοίας, δείχνοντάς μας με έργα και λόγια, πώς να την αποκτήσομε, και υποσχέθηκε σ’ αυ­τούς που αποφασίζουν να τον ακολουθήσουν με υπακοή όχι μόνο απαλλαγή από παντός είδους κακά, αλλά και την ουράνια και αιώνια βασιλεία του.

15. Αυτή τη βασιλεία είθε να επιτύχομε όλοι εμείς, αφού πράξομε έργα μετάνοιας, με τη χάρη αυτού του χορηγού της μετάνοιας Χριστού, στον οποίο πρέπει δόξα στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.

(Πηγή: Ε.Π.Ε., Γρηγορίου Παλαμά Έργα, τόμος 11)
http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=2081

« Οἱ πειρασμοί »



ΟΙ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ
Η ΑΣΚΗΣΗ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ
Βασισμένο στούς Ἀσκητικούς Λόγους
τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου
Κανείς δέν μπορεῖ νά προκόψει στήν ἀρετή, ἄν δέν εἶναι ἕτοιμος ν’ ἀντιμετωπίσει τούς πειρασμούς. Καί πρῶτα πρέπει νά πιστέψει ὅτι οἱ θλίψεις, οἱ στενοχώριες καί γενικά οἱ πειρασμοί ὠφελοῦν τήν ψυχή. Τό πρῶτο λοιπόν πού ἔχουμε νά κάνουμε εἶναι ν’ ἀγαπήσουμε τίς θλίψεις.

Μή συμβουλευθεῖς ποτέ κάποιον πού δέν ἔχει τήν ἴδια διαγωγή μέ σένα, ἔστω κι’ ἄν εἶναι σοφός. Καλύτερα εἶναι νά ζητήσεις συμβουλή ἀπό ἕναν ἀγράμματο, ἀλλά ἐνάρετο ἄνθρωπο, παρά ἀπό ἕνα σοφό, ἀλλά ξένο πρός τά θεῖα καί τήν ἀρετή. Αὐτός πού θά τόν συμβουλευθεῖς γιά τή ζωή σου, πρέπει νά ἔχει ὁ ἴδιος ἐφαρμόσει αὐτά πού θά σέ διδάξει. Ὁ ἄνθρωπος πού μέ πολλή ὑπομονή δέχθηκε τούς  πειρασμούς καί τούς ἀντιμετώπισε καλά, αὐτός μπορεῖ πολλά νά σοῦ προσφέρει. Γιατί δέν εἶναι εὔκολο στόν καθένα νά καθοδηγεῖ τούς ἄλλους στήν ἀρετή καί στήν ἀντιμετώπιση τῶν πειρασμῶν.
Πρέπει νά γνωρίζεις ὅτι τό χαρακτηριστικό τῆς ἀρετῆς, εἶναι ἡ εἰρήνη τῆς καρδιᾶς. Αὐτό τόν δρόμο βάδισαν οἱ ἅγιοι. Γιατί ὅσο ὑπομένεις τούς πειρασμούς καί προχωρᾶς στήν ἀρετή, τόσο πλησιάζεις στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Καί ὅσο προχωρᾶς καί προοδεύεις στήν ἀρετή, τόσο οἱ πειρασμοί γίνονται δυνατώτεροι.
Οἱ θλίψεις πού παραχωρεῖ ὁ Θεός δίνονται γιά τήν πνευματική μας προκοπή. Ὁ Θεός δέν μᾶς ἐκδικεῖται γιά τίς ἁμαρτίες μας. Ἀντίθετα μᾶς ἀγαπάει περισσότερο καί θέλει νά διορθωθοῦμε. Τούς πειρασμούς  πρέπει νά τούς θέλουμε, ὅσο κι’ ἄν μᾶς στενοχωροῦν. Καί μή ξεχνᾶμε ὅτι ὁ Θεός ἐπιτρέπει τούς πειρασμούς ἀνάλογα μέ τήν πνευματική δύναμη πού ἔχει ὁ καθένας μας.
Ὁ Θεός δέν δίνει χαρίσματα στόν ἄνθρωπο ἄν προηγουμένως δέν ἔχει ὑπομείνει τούς πειρασμούς καί τίς θλίψεις πού παραχωρεῖ. Καί αὐτό εἶναι ἔργο τῆς Θείας Σοφίας, τήν ὁποία δέν καταλαβαίνουν οἱ ἄνθρωποι. Ὅταν μέ ὑπομονή δεχθεῖς τίς θλίψεις καί τίς στενοχώριες, τότε θά σέ ἀμείψει ὁ Θεός μέ θεῖα χαρίσματα. Γιατί μετά ἀπό τή θλίψη καί τή δοκιμασία ἔρχεται ἡ παρηγοριά. Ὅσοι ὑπομένουν τούς πειρασμούς, αὐτοί ἀπολαμβάνουν τ’ ἀγαθά πού στέλνει ὁ Θεός.
Πρῶτα θά γευθεῖ κανείς τήν πίκρα τῶν πειρασμῶν καί μετά θ’ ἀπολαύσει τή γλυκύτητα τῆς Θείας  Χάριτος.
Ὅταν ἔρχονται πειρασμοί πρέπει νά μᾶς κατέχουν δυό αἰσθήματα, χαρᾶς καί φόβου. Χαρᾶς γιατί ἀξιωθήκαμε νά περπατήσουμε τόν δρόμο πού περπάτησαν ὁ Κύριος καί οἱ ἅγιοι.  Καί φόβου, μήπως ἀπό τήν ὑπερηφάνειά μας ἔρχονται οἱ πειρασμοί.
Μήν ξεχνᾶμε ὅτι τό καλό συνοδεύεται πάντοτε ἀπό τή θλίψη. Ἡ ὀκνηρία καί ἡ ἔλλειψη φροντίδος γιά τήν σωτηρία μας παραλύουν τήν ψυχή καί δέν τήν ἀφήνουν νά πλησιάσει τόν Θεό καί νά ὑπομείνει σωστά τούς πειρασμούς πού παραχωρεῖ γιά τό καλό μας.
Στούς πειρασμούς – τήν ὥρα ἐκείνη τῆς μεγάλης ψυχικῆς φουρτούνας – μᾶς φαίνεται ὅτι ὅλοι μᾶς ἐγκαταλείπουν καί δέν ὑπάρχει ἀπό πουθενά ἐλπίδα σωτηρίας. Ὅλα μᾶς φαίνονται μαῦρα καί σκοτεινά. Ἀλλά μή χάνουμε τό θάρρος μας καί μήν ἀπελπιζόμαστε. Μετά ἀπό τήν τρικυμία ἔρχεται ἡ γαλήνη. Ὁ καλός Θεός τά οἰκονομεῖ τόσο ὡραῖα γιά τόν καθένα μας, ὥστε νά μήν ἐπιτρέπει νά μᾶς ἔρχονται πειρασμοί μεγαλύτεροι ἀπό τή δύναμή μας. Στούς πειρασμούς εἶναι συγκερασμένα ἡ παρηγοριά καί ἡ δυστυχία, τό φῶς καί τό σκοτάδι, ἡ στενοχώρια καί ἡ εὐτυχία. Αὐτοί οἱ πειρασμοί εἶναι τό σημάδι τῆς ψυχικῆς προκοπῆς τοῦ ἀνθρώπου. Τήν ὥρα τῶν πειρασμῶν ἔχουμε βοηθό μας τόν ζωντανό Θεό! Γιατί λοιπόν νά φοβηθοῦμε;
Στούς ὑπερήφανους πού μέ τήν ἀναισχυντία τους αὐτή προσβάλλουν τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, ἔρχονται μεγάλοι πειρασμοί. Κι’ αὐτό τό ἐπιτρέπει ὁ Θεός γιά νά τούς ταπεινώσει. Σ’ ἐκείνους πού σηκώνουν τό ἀνάστημά τους ἀπέναντί τοῦ Θεοῦ, παραχωρεῖ ὁ Θεός φοβερές δοκιμασίες, ὅπως εἶναι ὁ πόλεμος πού κάνει ὁ σατανᾶς μέ τούς αἰσχρούς λογισμούς, μέ τόν θυμό, μέ τίς κακές συναναστροφές καί μέ τά τόσα  ἄλλα κακά. Ἡ ἀρχή ὅλων τῶν πειρασμῶν εἶναι τό νά θεωρεῖ κανείς τόν ἑαυτό του σοφό καί φρόνιμο. Γι’ αὐτό χρειάζεται νά πολεμήσει κανείς ἀπό τήν ἀρχή τήν ὑπερηφάνεια, ὥστε νά μή ρίξει ρίζες μέσα στήν ψυχή, ὅποτε εἶναι δύσκολο νά ξερριζωθεῖ.
Στίς θλίψεις καί στίς δύσκολες καταστάσεις πού θ’ ἀντιμετωπίσουμε χρειάζεται ὑπομονή. Ἄλλος τρόπος ἀντιμετωπίσεως δέν ὑπάρχει. Ἡ ὑπομονή διώχνει τήν πίκρα τῶν συμφορῶν.
Στούς πειρασμούς χρειάζεται ἀντίσταση. Δέν πρέπει νά τούς ἀντιμετωπίζουμε μέ ἀπραξία καί ἀκηδία. Ὅταν ἀνοίξουμε τίς πόρτες τῆς ψυχῆς μας, τότε θά μπεῖ μέσα ἡ σύγχυση, ἡ ταραχή, ἡ βλασφημία, ἡ μεμψιμοιρία οἱ διεστραμμένοι λογισμοί καί τόσα ἄλλα κακά πού βλάπτουν τήν ψυχή μας. Καί ἡ αἰτία αὐτῶν τῶν κακῶν εἶναι ἡ ἀμέλειά μας.
 Γιά νά θεραπευθοῦμε ἀπό τίς ἀρρώστιες αὐτές χρειάζεται ταπείνωση. Χωρίς τήν ταπείνωση οἱ πειρασμοί θά ἔρχονται μεγαλύτεροι καί σφοδρότεροι.
Αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια. Προσπάθησε ν’ ἀποκτήσεις τήν ταπεινοφροσύνη καί θά σ’ ἐλεήσει ὁ Θεός. Ἀνάλογα μέ τήν ταπείνωση στέλνει ὁ Θεός καί τήν ὑπομονή. Καί μέ τήν ὑπομονή γίνεται πιό ἐλαφρό τό βάρος τῶν θλίψεων καί τῶν συμφορῶν. Τότε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο θά κατοικήσει στήν καρδιά σου. Ὁ Θεός, πού εἶναι Ὅλος ἀγάπη, δέν διώχνει ἀμέσως τούς πειρασμούς, γιατί γνωρίζει ὅτι αὐτό δέν εἶναι γιά τό ψυχικό μας συμφέρον, ἀλλά δίνει τήν ὑπομονή καί μ’ αὐτήν ἔρχονται ὅλα τά καλά.
 Ἔνοχοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἴμαστε ὅταν ὑποχωροῦμε στούς πειρασμούς, καί ὄχι ὅταν μᾶς προσβάλλουν. Ἡ προσβολή τῶν πειρασμῶν θά γίνει ὁπωσδήποτε γιατί ἔτσι θά δοκιμασθοῦμε. Ἐμεῖς ὅμως δέν πρέπει νά τούς δεχόμαστε γιά νά μή μολύνεται ἡ ψυχή μας. Οἱ ἅγιοι ὑπομένοντας τούς πειρασμούς ἔφτασαν σέ μεγάλα μέτρα ἀρετῆς. Ἡ δοκιμασία κάνει τόν ἄνθρωπο δυνατό καί ξεκαθαρίζεται μέσα του τό καλό ἀπό τό κακό.
Θά μποροῦσε νά ρωτήσει κάποιος: Δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος γιά νά μᾶς δοκιμάσει ὁ Θεός; Γιατί ὁ Θεός ἐπιτρέπει νά ὑποφέρουν τά παιδιά του;
Ὁ Θεός ὅρισε ἔτσι, γιατί ἄν δέν δοκιμάσει κανείς τό κακό, δέν θά αἰσθανθεῖ ποτέ τήν γλυκύτητα τοῦ καλοῦ.
 Μπορεῖ νά λυγίζουμε σάν ἄνθρωποι. Ὁ Θεός δέν μετράει τήν πτώση, ὅσο τήν ἀνόρθωση καί τόν ἀγώνα γιά τήν κατάκτηση τῆς ἀρετῆς.
Ἀκόμη στούς πειρασμούς νοιώθουμε καί τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καί συνειδητοποιοῦμε ὅτι χωρίς τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ δέν μποροῦμε νά κάνουμε τίποτα.
Ἄν ἀφήσει ἐλεύθερο τόν σατανᾶ ὁ Θεός, τότε ἡ θέση μας θά ἦταν τραγική. Τοῦ ἐπιτρέπει τόσο μόνο νά ἐπέμβει, ὅσο ὁρίζει  Ἐκεῖνος, πού εἶναι ὁ παιδαγωγός τῆς ψυχῆς μας. Αὐτοί πού προχώρησαν στήν ἀρετή φυλάχτηκαν ἀπό τή θεία δύναμη καί ἐδίωξαν ἀπό τή ψυχή τούς τά καταστρεπτικά πάθη. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρει ὅτι ἐπέτρεψε ὁ Θεός νά ἔχει σοβαρό πειρασμό, γιά νά μήν ὑπερηφανεύεται. Τοῦ δόθηκε «σκόλοψ τῇ σαρκί, ἵνα μή ὑπεραίρεται».
Ἀκόμη ἀπό τούς πειρασμούς ἀποκτᾶ κανείς καί πίστη.
Ὁ πειρασμός ὠφελεῖ κάθε ἄνθρωπο. Οἱ ἀγωνιστές πειράζονται περισσότερο ὅταν αὐξήσουν τόν πνευματικό τους πλοῦτο. Μέ  τούς πειρασμούς αὐτοί πού κοιμοῦνται ξυπνᾶνε καί αὐτοί πού εἶναι μακρυά ἀπό τό Θεό τόν πλησιάζουν πιό πολύ.
Ὁ ἄνθρωπος πού δέν ἀγωνίζεται, δέν δέχεται τόν πλοῦτο τῆς βοήθειας τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό ὁ Θεός πειράζει καί βασανίζει τούς δούλους Του καί ἀφοῦ ὑπομείνουν καρτερικά τούς πειρασμούς, μετά τούς δίνει τήν ἀμοιβή. Ἄς δοξάζουμε τόν Θεό πού μᾶς δίνει φάρμακα, ὥστε μετά ἀπ’ αὐτά νά μᾶς ἔρθει ἡ ψυχική ὑγεία καί ἡ παρηγοριά.
Δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος πού νά μήν κουράζεται καί νά μή δυσανασχετεῖ τήν ὥρα τοῦ πειρασμοῦ. Κι αὐτοί οἱ ἅγιοι πού θαυμάζουμε, ἀντιμετώπισαν τεράστιες ἐσωτερικές δυσκολίες, ἀλλά δέν ἄφησαν τόν ἀγώνα. Χωρίς τό φάρμακο τῶν πειρασμῶν δέν μπορεῖ νά γιατρευθεῖ κανείς.  Ὅμως τό νά ὑπομένουμε τούς πειρασμούς δέν ἐξαρτᾶται μόνο ἀπό τή Θεία Βοήθεια.
Λοιπόν, ἄν ὑπομένουμε μέ καρτερία τούς πειρασμούς, ὁ Θεός δέν θά μᾶς ἐγκαταλείψει καί θά μᾶς στείλει τή βοήθειά Του, ὥστε νά προκόψουμε στήν ἀρετή καί νά ἑνωθοῦμε μαζί Του.

Τέλος καί τῷ Θεῶ δόξα!

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ

Εὐχαριστοῦμε θερμά τόν Ἡγούμενο τῆς Ἱ.Μ. Παρακλήτου γιά τήν ἄδεια δημοσίευσης ἀποσπασμάτων ἀπό τά βιβλία πού ἐκδίδει ἡ Ἱερά  Μονή.

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

http://HristosPanagia3.blogspot.com

Γιά τίς δοκιμασίες τῆς ζωῆς, τοῦ μακαριστοῦ π. Εὐέλθοντος Χαραλάμπους


Ο μεγάλος καθηγητής της ασκητικής ζωής άγιος Ισαάκ ο Σύρος, βαθύς γνώστης του θελήματος του Θεού και έμπειρος πρακτικός διδάσκαλος της ορθόδοξης Θεολογίας, διατύπωσε τούτο το απαύγασμα της προσωπικής του εμπειρίας: «Οι δοκιμασίες είναι η τιμή που δέχεται η ψυχή παρά της μεγαλειότητος του Θεού». 
Στο βίο του αγίου Αμβροσίου, Επισκόπου Μεδιολάνων, αναφέρεται τούτο το περιστατικό:
Κάποτε, όταν ο Άγιος βρισκόταν σε ποιμαντική περιοδεία στην επαρχία του, φιλοξενήθηκε με τη συνοδεία του στο αρχοντικό κάποιου επιφανούς χριστιανού.

Συζητώντας μαζί του, ο Άγιος πληροφορήθηκε από τον ίδιο ότι όλα γύρω από τη ζωή του κυλούσαν θαυμάσια, οι δουλειές του πήγαιναν υπέροχα, η υγεία όλων των μελών της οικογενείας του ποτέ δεν δοκιμάστηκε, ποτέ δεν αντιμετώπισε θλίψεις, δυσκολίες και προβλήματα. Τότε ο Άγιος, απευθυνόμενος στη συνοδεία του, είπε: «πάμε να φύγουμε απ' εδώ αμέσως. Αυτό το σπίτι δεν το επισκέφθηκε ποτέ ο Θεός».
Πραγματικά, μόλις ο άγιος αναχώρησε, το σπίτι εκείνο το κατάπιε η γη.
Το αδιάψευστο στόμα του Κυρίου μας προειδοποίησε ότι στον κόσμο αυτό θα έχουμε θλίψεις, πειρασμούς και δοκιμασίες. «Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε». Κι ακόμη μας κάλεσε, προκειμένου να Τον ακολουθήσουμε, να σηκώσουμε σταυρό. «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι».
Επισημαίνοντας τα πιο πάνω θέλω να πω ότι ο πόνος, οι θλίψεις και τα βάσανα, όσο και να μας είναι ανεπιθύμητα, είναι σύμφυτα στη ζωή κάθε χριστιανού και αποτελούν σταθερό συνοδοιπόρο σε κάθε μας βήμα. Από τότε που στη ζωή μας εισήλθε η αμαρτία, σαν παρεπόμενο αυτής εισήλθαν και όλα τα ανεπιθύμητα, με αποκορύφωμα το θάνατο. Γι' αυτό και θάταν εντελώς εξωπραγματικό να ζητάμε να μην τύχουν στη δική μας ζωή κάτι τέτοια γεγονότα. Αντίθετα, σοφώτερο θα ήταν να ζητάμε από το Θεό τη δύναμη να αντέχουμε και να ξεπερνούμε τα γεγονότα αυτά.
Οι θλίψεις, οι δοκιμασίες και τα βάσανα είναι τα μέσα που χρησιμοποιεί ο Θεός για να ωριμάσει ο άνθρωπος. Όλα τα οδυνηρά που επιτρέπει στη ζωή μας ο Θεός είναι φάρμακα που θεραπεύουν την ασθενούσα φύση του ανθρώπου. Το καμίνι του πόνου, των δοκιμασιών και των θλίψεων είναι το εργαστήρι όπου ο Θεός κατεργάζεται την τελειοποίηση του χριστιανού. Αν το ψωμί που μπαίνει στο φούρνο είχε φωνή, θα διαμαρτυρόταν και θα έλεγε πως δεν αντέχει τη φωτιά του φούρνου.
Όμως αυτό το ψήσιμο είναι που κάμνει το ψωμί κατάλληλο για βρώση. Αν δεν έμπαινε στο φούρνο θα γέμιζε σκουλήκια, θα ήταν άχρηστο. Τα φρούτα πάνω στα δένδρα, που τα ψήνει ο καλοκαιρινός ήλιος, αν είχαν στόμα θα διαμαρτύρονταν και θα έλεγαν πως δεν αντέχουν άλλο τις καυτερές ακτίνες του ήλιου. Με την ακτινοβολία, όμως, που δέχονται από τον ήλιο ωριμάζουν, αποκτούν άρωμα, χρώμα. γεύση και ουσία. Διαφορετικά θα ήταν άγευστα, ανούσια και άχρηστα.
Κατά τρόπο ανάλογο, στο καμίνι του πόνου ο άνθρωπος αποκτά ωριμότητα, ουσία, περιεχόμενο. Καθαίρεται από πάθη, ταπεινώνεται, μαθαίνει να συμπάσχει, αποκτά γνησιότητα και αυθεντικότητα. Όπως ακριβώς συμβαίνει με το χρυσάφι. Μετά που θα δοκιμαστεί και καθαρθεί στο χωνευτήρι, τότε αποβαίνει το πιο πολύτιμο μέταλλο.
Όσο πληθαίνουν οι δοκιμασίες, όσο κτυπιέται η ψυχή στο αμόνι του πόνου, τόσο εύθετη γίνεται για τη Βασιλεία των ουρανών και με ευφρόσυνο δειλινό χαμόγελο αναμένει το ολόλαμπρο πρωινό της Αναστάσεως που ορθρίζει πίσω από κάθε σταυρό. Μη ξεχνούμε ότι και η Παναγία μας στην επίγεια ζωή Της δοκίμασε το πιο πικρό ποτήρι, όπως ακριβώς Της το προφήτεψε ο δίκαιος Συμεών, όταν δέχτηκε στην αγκαλιά του τον τεσσαρακονθήμερο Χριστό. Προορώντας ο Προφήτης την Σταύρωση του Υιού και Θεού Της, προανήγγειλλε στην Παναγία ότι δίστομη ρομφαία θα ξεσχίσει τη μητρική Της καρδιά. Αυτή τη δίστομη ρομφαία που δοκίμασε η Παναγία μας, επέτρεψε ο Θεός και πολλοί άλλοι Άγιοί Του να την δοκιμάσουν. Γιατί η ρομφαία και ο σταυρός, ο πόνος και η οδύνη, είναι τα δώρα του Θεού προς τους εκλεκτούς του.
Κάποτε μια γριούλα, που είχε πρόβλημα με τα πόδια της, παρακαλούσε στην προσευχή της το Χριστό να μη χειροτερέψει η κατάστασή της, για να μπορεί να εκκλησιάζεται. Αντί τούτου, επέτρεψε ο Θεός και γλύστρησε κι έσπασε το πόδι της. Τώρα ακινητοποιήθηκε η γριούλα στο κρεββάτι. Και λέει στην προσευχή της: «Χριστούλη μου, τι Σου ζήτησα, και τι μου έδωσες!» Και λαμβάνει τότε την απάντηση: «Είδες τι προσφέρω σ' αυτούς που με αγαπούν!» Και του απαντά η γριούλα: «Γι' αυτό και σε αγαπούν τόσο λίγοι!»
Πολλές φορές κάνουμε το λάθος να νομίζουμε ότι μπορούμε να αποφύγουμε στη ζωή μας όλα τα δυσάρεστα, καλοπιάνοντας το Θεό. Προσφέροντας ελεημοσύνες ή εκτελώντας κάποιες εντολές, δημιουργούμε μέσα μας την ψευδαίσθηση ότι έχουμε υποχρεωμένο το Θεό, ότι πρέπει κι Αυτός να φροντίσει να μας έρχονται όλα καλά και βολικά. Βέβαια, μια τέτοια αντίληψη είναι εντελώς λανθασμένη, εντελώς αβάσιμη, κάθε άλλο παρά χριστιανική. Μέσα στο Ευαγγέλιο λέει ρητά, ότι έχουμε χρέος και καθήκον να ζούμε με συνέπεια τη χριστιανική ζωή, χωρίς να διεκδικούμε καμιά αμοιβή και κανένα αντάλλαγμα. Τόσο η συμμόρφωσή μας προς όσα το Ευαγγέλιο ζητά, όσο και η υπομονή στις θλίψεις και τις δυσκολίες της ζωής, αποτελούν τη σφραγίδα της γνησιότητάς μας.
Πολλές φορές συμβαίνει να λυγίζουμε μπροστά στον πόνο, γιατί νομίζουμε ότι είμαστε οι μόνοι που σηκώνουμε τόσο βαρύ σταυρό. Κάτι τέτοιες σκέψεις καθόλου δεν βοηθούν. Αντίθετα, συνειδητοποιώντας ότι και άλλοι σαν κι εμάς σήκωσαν και σηκώνουν τον ίδιο σταυρό, αυτό μας δίνει κουράγιο και δύναμη. Για το λόγο αυτό, αναδηφώντας τους βίους των Αγίων, συγκέντρωσα εδώ κάποιες περιπτώσεις όπου διάφοροι Άγιοι σήκωσαν τον ίδιο σταυρό. Είδαν τα βλαστάρια τους να πεθαίνουν, νεκροφίλησαν τα σπλάχνα τους, θρήνησαν πάνω σε νιόσκαφτους τάφους. Ως άνθρωποι πόνεσαν, δάκρυσαν, έκλαψαν. Όμως, πέραν του ανθρώπινου συναισθηματισμού, αντιμετώπισαν το θάνατο και με το φακό της πίστεως, της ελπίδας, της ανάστασης, όπως αρμόζει σε χριστιανούς.
Αυτή την αντιμετώπιση του θανάτου από μέρους αγίων προσώπων, όπως καταγράφηκε στους βίους και στα συναξάρια των Αγίων, θέλησα να προβάλω στο βιβλίο μου αυτό. Οι λόγοι είναι προφανείς. Πρώτα, για να δώσω το μήνυμα ότι ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου δεν είναι τιμωρητική ενέργεια του Θεού, αλλά επίσκεψη του Θεού στη ζωή μας. Και, προχωρώντας, να δώσω το μήνυμα ότι δεν μπορούμε να έχουμε παράπονο από το Θεό. Μέσα στον πόνο μας οφείλουμε να ανοίξουμε τα μάτια της ψυχής μας, και τότε θα δούμε ότι αυτό το θλιβερό που μας συνέβη, όσο πικρό κι ανεπιθύμητο κι αν είναι, δεν παύει να αποτελεί μια έκφραση της αγάπης του Θεού σε μας. Πριν από μας, αποδέκτες αυτής της αγάπης του Θεού ήσαν, κυρίως, οι Άγιοι του Θεού.
Οι θλίψεις, οι δοκιμασίες και τα βάσανα είναι η οδός των Αγίων. Όλοι οι Άγιοι, προκειμένου να εισέλθουν στη δόξα του Θεού, στη ζωή τους βάδισαν τη στενή και τεθλιμένη οδό. Είτε ο Θεός επέτρεψε πειρασμούς και δοκιμασίες στη ζωή τους κι έδωσαν την καλή μαρτυρία της υπομονής και της υποταγής στο θείο θέλημα, είτε εκούσια οι ίδιοι, με απάρνηση των τερπνών και ευχάριστων της ζωής αυτής, υποτάγησαν στο εκούσιο μαρτύριο της ασκητικής ζωής. Και στις δυο περιπτώσεις, αντάλλαξαν τις ηδονές της παρούσας ζωής με οδύνη πρόσκαιρη, για να απολαύσουν τις αιώνιες και ανεκλάλητες χαρές της Βασιλείας του Θεού. Εξ άλλου αυτή την οδό του μαρτυρίου βάδισε πρώτος ο Κύριος, όταν αίροντας το Σταυρό Του ανέβηκε στον κρανίου τόπο.
Αυτή η πρωτοπορεία του Χριστού στο δρόμο του Γολγοθά πρέπει να είναι πάντοτε εναργής στη μνήμη μας. Για να θυμούμαστε ότι στις δύσκολες ώρες του πόνου έχουμε συμπαραστάτη, συνοδοιπόρο, συμμέτοχο και κοινωνό της δικής μας δυσκολίας τον ίδιο το Θεάνθρωπο Χριστό. Στο Ευαγγέλιο πουθενά δεν αναφέρεται να έχει γελάσει ο Ιησούς. Εδάκρυσε, όμως, όταν πλησίασε τον τάφο του φίλου Του Λαζάρου. Αυτό το δάκρυ του Ιησού λέει, νομίζω, πολλά. Βέβαια η ευαισθησία του Ιησού μπροστά στον πόνο που προκαλεί ο θάνατος δεν τελείωσε με ένα δάκρυ. Γιατί ο Κύριος προχώρησε και στην ανάσταση του Λαζάρου. Όπως ανέστησε και την κόρη του Ιαείρου. Όπως ανέστησε και το γυιό της χήρας στη Ναΐν. Όπως, με τη δική του τριήμερη Ανάσταση νίκησε το θάνατο, γενώμενος πρόδρομος και της δικής μας αναστάσεως· και της ανάστασης των δικών μας προσφιλών κεκοιμημένων. Αυτή είναι η μεγαλύτερη παραμυθία για μας.
 
Πρωτ. Π. Ευέλθων Χαραλάμπους
Ο Χαρισματούχος και αναστάσιμος καλός ποιμένας της ΕκκλησίαςΕκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλης»
πηγή: http://agiosvasileiospeiraiws.blogspot.com/2012/02/blog-post_5754.html

Οἱ ὀκτὼ πειρασμοὶ μοναχῶν καὶ λαϊκῶν Cleopa Ilie (Archimandrite and Abbot of the Sihastria Monastery)




Πατέρες καὶ ἀδελφοί,
 

Ὁ μοναχὸς καὶ ὁ ἀγωνιστὴς χριστιανὸς εἶναι πνευματικοὶ μαχητὲς σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς τους ἀπὸ τὴν γέννηση μέχρι τὸν θάνατό τους. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ γνωρίζουμε τὴν τέχνη αὐτοῦ τοῦ ἀοράτου πολέμου καὶ ἀπὸ ποῖα μέρη ἔρχεται ἐναντίον μας ὁ νοητὸς ἐχθρός.
 

Ὁ ἅγιος Μελέτιος ὁ Ὁμολογητὴς μᾶς λέγει ὅτι ὁ πειρασμὸς ἔρχεται ἀπὸ ἕξι σημεῖα ἐναντίον μας, ἐνῶ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης γράφει ἀπὸ ὀκτώ, δηλ. ἀπὸ ἐπάνω καὶ ἀπὸ κάτω, ἀπὸ δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ἀπὸ ἐμπρὸς καὶ πίσω καὶ ἀπὸ μέσα καὶ ἔξω.
 

Στὴν συνέχεια θὰ ὁμιλήσουμε ἐκτενέστερα γιὰ τὸν πολυμερῆ αὐτὸν πόλεμο τοῦ διαβόλου μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Πανάγαθου Θεοῦ.

1. Ὁ ἀπὸ ἐπάνω πειρασμός: 

Εἶναι δύο εἰδῶν: Τὸ πρῶτο συμβαίνει ὅταν ἀρχίζουμε νὰ κάνουμε μία ἀδιάκριτη καὶ ἀπερίσκεπτη ἄσκηση ποὺ ὑπερβαίνει τὶς δυνάμεις μας, ὅπως ἐπὶ παραδείγματι: ὑπερβολικὴ νηστεία, συνεχῆ ἀγρυπνία, πολλὲς μετάνοιες, καὶ ἄλλες ὑπερβολικὲς ἀσκήσεις.
Αὐτὴ ἡ ἄσκηση ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἀδυνατίζει τὸ σῶμα μας καὶ νὰ ἀδυνατοῦμε νὰ ἐργασθοῦμε τὶς ἀρετὲς τοῦ Χριστοῦ. Συγχρόνως ταράζεται ὁ νοῦς μας γιατί δὲν ἀναπαύεται σ’ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὶς ἀσκήσεις. Τὸ δεύτερο εἶδος πειρασμοῦ συμβαίνει ὅταν ἐρευνοῦμε τὴν Ἁγία Γραφὴ χωρὶς νὰ διαθέτουμε τὴν ἀνάλογη πνευματικὴ ἡλικία καὶ κατάσταση μὲ ἀποτέλεσμα, ἐὰν κάποιος δὲν εὑρεθεῖ νὰ μᾶς χαλιναγωγήσει, θὰ φθάσουμε στὴν τρέλλα, τὴν αἵρεση καὶ τὴν βλασφημία τοῦ Θεοῦ. 

Ἡ Ἁγία Γραφὴ εἶναι ἡ ἀπύθμενη θάλασσα τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπ’ αὐτὸ τὸ νερὸ ἐμεῖς πρέπει νὰ βγάλουμε ὅσο εἶναι δυνατὸν καὶ ἀπαραίτητο γιὰ νὰ ἀνακουφισθοῦμε ἀπὸ τὴν πνευματική μας δίψα. Ἀπ’ αὐτὸ τὸ νερὸ ὁ ἄνθρωπος βγάζει μὲ τὸν κουβὰ καὶ ἀπ’ αὐτὸν στὴν κανάτα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ παίρνει μὲ ἕνα ποτήρι νὰ δροσισθεῖ καὶ δὲν προσπαθεῖ μὲ μία φορὰ νὰ βγάλει τὸ νερὸ τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ ἔξω, διότι δὲν ἔχει τὰ κατάλληλα ἐργαλεῖα καὶ ὑπάρχει βεβαίως ὁ φόβος νὰ πνιγεῖ. Ἔτσι πνίγηκαν πολλοὶ ἐρευνητὲς τῶν Γραφῶν λόγω τῆς ὑπερηφάνειάς των καὶ ἔγιναν ἀρχηγοὶ αἱρέσεων καὶ ὁδήγησαν μαζὶ μὲ τοὺς ἑαυτοὺς των χιλιάδες ψυχὲς στὸν Ἅδη.
 


2. Ὁ ἀπὸ κάτω πειρασμός:
 

Ἀπὸ κάτω ἔρχεται ὁ πειρασμὸς καὶ μᾶς πειράζει μὲ τὴν ἀκηδία καὶ ὀκνηρία γιὰ τὴν ἐπιτέλεση τῶν ἔργων τῆς ἀρετῆς καὶ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Ἕνα παράδειγμα: Ὅταν κάποιος εἶναι δυνατὸς καὶ ὑγιὴς στὸ σῶμα καὶ ἐκ προθέσεως ἀποφεύγει τὶς δουλειὲς ἢ τὰ διακονήματα τῆς Μονῆς, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάλογα τῶν δυνάμεών του. Ἢ ἕνας λαϊκός, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει νὰ κοπιάσει γιὰ τὰ ἔργα τῶν ἀρετῶν, τὴν νηστεία, τὴν ἀγρυπνία, τὴν ὑπηρεσία καὶ βοήθεια τοῦ πλησίον, τὴν προσευχὴ κ.λ.π. Μὲ τὴν ἀδιαφορία ἢ ὀκνηρία μας αὐτὴ στεροῦμε ἀπὸ τὴν ψυχή μας τὸν μισθὸ τῶν πνευματικῶν ἔργων, ἐπειδὴ δὲν κοπιάζουμε στὴν ἐφαρμογὴ τῶν θείων ἐντολῶν. Καθένας ἀπὸ ἐμᾶς λοιπόν, ἔχουμε καθῆκον νὰ ἀνεβαίνουμε τὶς πνευματικὲς βαθμίδες τῶν ἀρετῶν, γνωρίζοντας ὅτι ἡ μέση καὶ διακριτικὴ ὁδὸς εἶναι ἡ βασιλική, διότι τὰ ἄκρα εἶναι τοῦ διαβόλου.
 


3. Ὁ ἐκ δεξιῶν πειρασμός:
 

Αὐτὸς ὁ πειρασμὸς πάλι εἶναι δύο εἰδῶν: Τὸ πρῶτο εἶδος εἶναι, ὅταν ἐργασθοῦμε τὰ καλὰ ἔργα μὲ κακὸ σκοπό, ἐνῶ τὸ δεύτερο εἶναι, ἐὰν δεχθοῦμε τὴν ἐμφάνιση τῶν δαιμόνων μὲ τὴν μορφὴ ἀγγέλων καὶ ἁγίων, ἢ μὲ τὴν μορφὴ τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου καὶ ἄλλων οὐρανίων μορφῶν. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέγει ὅτι «οἱ δαίμονες τῆς κενοδοξίας καὶ ὑπερηφάνειας ἐμφανίζονται στοὺς ἀδυνάτους στὸν νοῦ ὡς προφῆται». Ἐνῶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς δείχνει στὴν Β’ πρὸς Κορινθίους (11,14) ὅτι: «ὁ σατανὰς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός».
 


4. Ὁ ἐξ ἀριστερῶν πειρασμός:
 

Ἀπὸ τὰ ἀριστερά μᾶς πειράζει ὁ διάβολος ὅταν γνωρίζουμε τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ μὲ τὴν θέληση μας ἀποφασίζουμε νὰ τὴν ἐκτελέσουμε. Ἕνα παράδειγμα: Κάποιος γνωρίζει ὅτι εἶναι ἁμαρτία νὰ κλέπτει, νὰ πορνεύει, νὰ μεθᾶ, νὰ βλασφημεῖ τὰ Θεῖα, νὰ ἐκδικεῖται τὸν πλησίον του ἢ νὰ κάνει ὁποιοδήποτε ἄλλο κακὸ ἔργο. Παρ’ ὅλα ὅμως αὐτὰ ἀφήνει τὸν ἑαυτό του νὰ νικηθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία μὲ τὴν θέλησή του καὶ εἰς γνῶσιν του. Ὁπότε, ὅταν ἐμεῖς γνωρίζουμε τὴν ἁμαρτία καὶ ὅμως τὴν ἐπιτελοῦμε εἴτε μὲ τὸν νοῦ, τὸν λόγο, τὸ αἴσθημα ἢ τὴν πράξη, τότε πειραζόμεθα ἐξ ἀριστερῶν.
 



5. Ὁ ἐκ τῶν ἔμπροσθεν πειρασμός:
 

Μᾶς πειράζει ἀπὸ ἐμπρὸς ὁ διάβολος ὅταν μᾶς παρουσιάζει σκέψεις καὶ φαντασίες γιὰ ἔργα τὰ ὁποῖα δῆθεν θὰ μᾶς συμβοῦν στὸ μέλλον. Ἕνα παράδειγμα: Ὅταν θορυβούμεθα ὅτι θὰ ἔλθει ἐναντίον μας κάποιος κίνδυνος, κάποια παγίδα ἢ ἀσθένεια, ὅτι θὰ ξεσπάσει κάποιος πόλεμος, ὅτι θὰ δυσφημισθοῦμε ἀπὸ τοὺς ἄλλους, θὰ γίνουμε πτωχοί, μᾶς ταράζει κάποιος ὅτι δὲν θὰ ἐπιτύχουμε στὶς ἐξετάσεις ἢ σὲ κάποιο ἄλλο ἔργο.
 

Ὅλα αὐτά μᾶς τὰ φέρνει ὁ νοητὸς ἐχθρὸς στὸν νοῦ μας μὲ σκοπὸ νὰ μᾶς ταράξει καὶ νὰ μᾶς κλονίσει μὲ αὐτὰ ποὺ νομίζουμε ὅτι θὰ ἔλθουν ἐναντίον μας.
 

Γι’ αὐτοὺς τοὺς λογισμοὺς ἂς προσέχουμε τὰ λόγια του Σωτῆρος ποὺ λέγει: «Μὴ οὒν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον, ἡ γὰρ αὔριον μεριμνήσει τὰ ἑαυτῆς, ἀρκετὸν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς» δηλ. μὴ μερμνᾶτε ….φτάνει ἡ στεναχώρια τῆς ἡμέρας. (Ματθ. 6,34). Δὲν δόθηκε σ’ ἐμᾶς ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ γνωρίζουμε οὔτε μία ὥρα πέραν τῆς παρούσης ὥρας τί θὰ γίνει. Ὁπότε σὲ τέτοιου εἴδους πειρασμὸ νὰ λέγομε: «Ἂς γίνει τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου».
 


6. Ὁ ἐκ τῶν ὄπισθεν πειρασμός:
 

Πειραζόμεθα ἐκ τῶν ὄπισθεν ὅταν οἱ δαίμονες μᾶς ἐνοχλοῦν στὸν νοῦ μας μὲ αὐτὰ τὰ ἔργα ποὺ κάναμε στὸ παρελθόν, ὅταν εἴμασταν παιδιὰ ἢ νέοι καὶ μὲ τὶς ἁμαρτίες ποὺ κάναμε.
 

Ἡ μνήμη μας πολὺ συχνὰ βοηθεῖ τὴν φαντασία μας στὰ κακὰ ποὺ κάναμε, προπαντὸς ὅταν περάσαμε τὴν ζωή μας χωρὶς προσπάθεια γιὰ τὴν φρούρηση καὶ κάθαρση τοῦ νοῦ μὲ τὴν νοερὰ προσευχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό».
 
Οἱ Πατέρες λέγουν ὅτι τόσο ἀνόητη εἶναι ἡ φαντασία, ὥστε ἐὰν ἕνας ἄνθρωπος ἀντίκρισε στὴν νεότητά του μία ὡραία γυναίκα μὲ ἐμπάθεια καὶ ἔλθει ὁ καιρὸς νὰ πεθάνει αὐτὴ καὶ ἴδει τὴν νεκροκεφαλή της, ἐν τούτοις ἡ φαντασία του, τοῦ ὑπενθυμίζει τὸ ὡραῖο πρόσωπό της, ὅταν ζοῦσε. Γι’ αὐτὸ ὀνόμασαν οἱ Πατέρες τὴν φαντασία «γέφυρα τοῦ διαβόλου», ἐπειδὴ καμιὰ ἁμαρτία δὲν περνᾶ ἀπὸ τὸν νοῦ καὶ τὴν αἴσθηση παρὰ μόνο ἀπὸ τὴν γέφυρα τῆς φαντασίας.

Ὁπότε, Πατέρες καὶ ἀδελφοί, γιὰ νὰ νικήσουμε στὸν πόλεμο αὐτό, ἔχουμε μεγάλη ἀνάγκη ἀπὸ τὴν νοερὰ ἐγρήγορση καὶ προσοχή, τὴν μνήμη τοῦ θανάτου, τῶν βασάνων τῆς κολάσεως καὶ τῆς ἀκαταπαύστου νοερῆς προσευχῆς.
 


7. Ὁ ἐκ τῶν ἔσω πειρασμός:
 

Πειραζόμεθα ἀπὸ μέσα μας μὲ τὸν ἐρεθισμὸ τῶν παθῶν, τὰ ὁποῖα ἐξέρχονται ἀπὸ τὴν καρδιά μας, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Σωτῆρος, ποὺ λέγει: «ἐκ γὰρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» (Ματθ. 15,19). Ἡ Ἁγία Γραφὴ μᾶς λέγει ὅτι «βαθεῖα εἶναι ἡ καρδία παρὰ πάντα» (Ἱερεμ. 17,9), ἐπειδὴ ἀπ’ αὐτὴ πηγάζουν ὅλες οἱ κακίες στὸν ἄνθρωπο ποὺ δὲν τὴν φυλάγει μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν μετάνοια, ἀλλὰ καὶ ἀπ’ αὐτὴ πηγάζουν πάλι, ὅλες οἱ ἀρετὲς σ’ αὐτὸν ποὺ τὴν καθαρίζει μὲ τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας καὶ τὴν συντριβή. Ὁπότε ἁπαλλασσόμεθα ἀπὸ τὰ πάθη τῆς καρδίας μας μὲ τὴν ἀκατάπαυστη προσευχὴ καὶ τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας.
 


 
8. Ὁ ἐκ τῶν ἔξ ω πειρασμός:
Προέρχεται ἀπὸ τὰ πάθη, τὰ ὁποῖα εἰσέρχονται στὴν ψυχή μας ἀπὸ τὶς πέντε αἰσθήσεις ἢ ὅπως ὀνομάζονται τὰ παράθυρα τῆς ψυχῆς, γιὰ τὶς ὁποῖες ὁ προφήτης Ἱερεμίας λέγει: «ἀνέβη θάνατος διὰ τῶν θυρίδων ὑμῶν» (9,21). Αὐτὲς οἱ πέντε αἰσθήσεις εἶναι τὰ πέντε ζεύγη βοῶν μὲ τὰ ὁποῖα ζοῦμε στὴν κακία καὶ ἐμπάθεια καὶ δὲν θέλουμε νὰ πᾶμε στὸ Δεῖπνο ποὺ μᾶς καλεῖ ὁ Μέγας Βασιλεὺς (Λουκ. 14,19). Ὁπότε ἡ ἀπόκρουση ἀπ’ αὐτὰ τὰ πάθη γίνεται μὲ τὴν πολυχρόνια νήψη τοῦ νοῦ, τὴν ἀκατάπαυστη προσευχή, τὴν συντριβὴ τῆς καρδίας καὶ μὲ τὸ νὰ ζητᾶμε μὲ πόνο καὶ μετάνοια τὴν βοήθεια τοῦ Κυρίου.
 

Ἐν κατακλείδι, παρακαλῶ μὲ ταπείνωση, Πατέρες καὶ ἀδελφοί, νὰ βοηθήσετε καὶ ἐμένα τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ ἀδιάφορο γιὰ τὴν σωτηρία μου, μὲ τὴν προσευχή σας, ὥστε νὰ αἰσθανθῶ τουλάχιστο ἐντροπὴ γιὰ τὰ ἀνωτέρω λόγια ποὺ σᾶς εἶπα καὶ ἔτσι νὰ ξυπνήσω καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὴν ἀναισθησία μου καὶ νὰ καλῶ τὸ Ὄνομα τοῦ Κυρίου μας γιὰ βοήθειά μου. Ἀμήν.

http://www.agiazoni.gr/article.php?id=18639782127147019940