Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2018

Ὁ Θεὸς, ὁ διάβολος καί τά »ἀγαθά αἰσθήματα» – π. Ἰ.Ρωμανίδου


 

  Ὁ Θεὸς καὶ ὁ διάβολος

Ὁ Θεὸς ἀγαπάει καὶ τὸν διάβολο. Δὲν πρόκειται ὅμως νὰ σωθῆ ὁ διάβολος. 
  Ὁ Θεὸς ἀγαπάει τοὺς πάντας. Δὲν εἶναι θέμα ἂν ὁ Θεὸς μὲ ἀγαπάη, θὰ σωθῶ. 
  Τὸ θέμα εἶναι, ἐὰν κανεὶς ὑφίσταται τὴν θεραπεία, ποὺ χρειάζεται γιὰ νὰ μπορῆ νὰ βρεθῆ στὴν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ, ὥστε, ὅταν βρεθῆ στὴν θέα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, νὰ βλέπη τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ ὡς φῶς καὶ ὄχι ὡς πῦρ αἰώνιον καὶ σκότος ἐξώτερον.
Ὁ διάβολος δὲν εἶχε κανένα νόμο ὑπ’ ὄψιν του. Δὲν εἶναι ἕνας ὁ ὁποῖος κάνει πόλεμο, ὅπως σήμερα κάνουμε πόλεμο, ποὺ λέμε, ξέρετε ὅτι ἡ συνθήκη τῆς Λωζάνης λέει ὅτι…Ὁ διάβολος δὲν ἀναγνωρίζει κανέναν κανονισμὸ καλῆς συμπεριφορᾶς στὴν διαμάχη του ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων.
  Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο εἶναι πάρα πολὺ δύσκολο νὰ γίνη κανεὶς ὀρθόδοξος θεολόγος…
  Ἡ πρώτη μέριμνα τοῦ διαβόλου εἶναι οὔτε ν’ ἀκούσουμε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τίποτα περὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ. Ἐὰν παρ’ ἐλπίδα γιὰ τὸν διάβολο, ἀκούσουμε κάτι γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ἀρχίζη νὰ κινῆ τὸ ἐνδιαφέρον, ἔ, τότε ἀλλάζει τακτική. Ἐφ’ ὅσον ἔχασε ἐκείνη τὴν μάχη, ἔχει ἄλλα ὀχυρά. Κάνει ἄλλου εἴδους πόλεμο.
Ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νομίζουν πὼς ἅμα ἔχουν ἀγαθὲς διαθέσεις, π.χ. ὅταν βλέπουν ἕναν πτωχὸ καὶ τὸν συμπονοῦν, αὐτὰ εἶναι ἀνθρώπινα αἰσθήματα ποὺ ὑπάρχουν. Καὶ ὅταν κανεὶς ἔχη καλὰ αἰσθήματα, θὰ λέμε ὅτι αὐτὰ ἐμπνέονται ἀπὸ τὸν Θεό.
  Ναί, ἀλλὰ τὰ καλὰ αἰσθήματα μπορεῖ νὰ ἐμπνέονται καὶ ἀπὸ τὸν διάβολο. Οἱ ἐμπνεύσεις εἶναι πολλαχόθεν.
  Κατὰ τὴν πατερικὴ παράδοση ἡ μόνη ἀπλανὴς αἴσθηση, ποὺ μπορεῖ νὰ ὑπάρχη στὸν ἄνθρωπο εἶναι, ὅταν τὸ ἴδιο τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον προσεύχεται μέσα στὸν ἄνθρωπο.

(π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἰεροθέου «Ἐμπειρικὴ Δογματικὴ»)

christianvivliografia.wordpress.com
http://pneumatoskoinwnia.blogspot.gr/2014/07/blog-post_578.html

Περί Θεοπνευστίας – Σχέση Θεοπνευστίας καί ἀλαθήτου π. Ιωάννη Σ. Ρωμανίδη (+) Καθηγητή Πανεπιστημίου


 
Δυστυχώς σήμερα στην Ορθοδοξία υπάρχουν επιρροές παπικές και προτεστάντικες. Προσπαθούν να μας πείσουν είτε πως η Αγία γραφή είναι η μόνη πηγή πίστεως, είτε πως μόνο οι «εκπαιδευμένοι» και «διαβασμένοι» μπορούν να την ερμηνεύσουν.
Στην πραγματικότητα το μόνο κριτήριο ερμηνείας Θεόπνευστων γραφών είναι ο Φωτισμός και η Θέωση. Εαν κάποιος δεν βρίσκεται στην κατάσταση αυτή, τότε η οποιαδήποτε προσπάθεια ερμηνείας πιθανότατα θα πέσει στο κενό. βεβαίως σε κατάσταση φωτισμού και

θέωσης δεν βρίσκονταν μόνο οι αρχαίοι Πατέρες αλλά και οι σημερινοί. Όμως πολλοί σήμερα, ενώ καμία σχέση δεν έχουν με αυτά έχουν τηνψευδαίσθηση πως μπορούν να ερμηνεύσουν ΠΛΗΡΩΣ τα Θεόπνευστα κείμενα. Αυτό οφείλεται, απλά στον εγωϊσμό και την υπερηφάνεια τους. Ανθρωποι όπως ο Teillard de Chardin, στην παπική Εκκλησία, εφαρμόζοντας έναν κίβδηλο «επιστημονισμό», κατάφεραν να εισάγουν ΝΕΟΕΠΟΧΙΤΙΚΕΣ αντιχριστιανικές αντιλήψεις. Ορισμένοι δικοί μας «Ορθόδοξοι» θα ήθελαν να κάνουν το ίδιο.
 Όπως λέει και ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος:
«Τι γαρ ακαθαρτότερον, ειπέ μοι, του μετά οιήσεως
και υπερηφανίας διδάσκειν επιχειρούντος τα του Πνευματος άνευ Πνεύματος; Τι μιαρώτερον του μη μετανοήσαντος και προκαθάραντος εαυτόν, αλλά τούτο μεν αφέντος δια μόνης δε της ψευδωνύμου γνώσεως και της έξω σοφίας βουλομένου Θεολογείν και περί των όντων και αεί ωσαύτως όντων τολμηρώς διαλέγεσθαι; » .
(Θεολογικός, 1, 271-277, S.C. 122, 116)
 Βλέπουμε πως θεωρείται αμαρτία, ΜΙΑΣΜΑ, κατα τον Αγιο, η χωρίς να είμαστε καθαρισμένοι από τα πάθη, Θεολογική ερμηνεία.
 Αλλού λέει :
«Ει γαρ δια γραμμάτων και μαθημάτων η επίγνωσις της αληθούς σοφίας και της του Θεού γνώσεως έμελλεν ημίν, αδελφοί, δίδοσθαι, τις ην άρα χρεία της πίστεως η του θείου βαπτίσματος η της των μυστηρίων αυτών μεταλήψεως; ουδεμία μενούν «
(Κεφάλαια θεολογικά και πρακτικά 3, 84-86, S.C. 51, 106-108)
Ας δούμε όμως, τι λέει ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης για την έννοια της Θεοπνευστίας.
_________________________
Ας πάμε τώρα στο θέμα της θεοπνευστίας. Μεταξύ των Προτεσταντών και των Παπικών έχει δημιουργηθή η εντύπωσις, η οποία έχει επηρεάσει πάρα πολύ την μοντέρνα Ορθόδοξη σκέψι ότι την Αγία Γραφή ο Θεός την έδωσε στην Εκκλησία. Σ’ αυτό συμφωνούν όλοι και οι Προτεστάντες και οι Παπικοί και οι Ορθόδοξοι. Επί πλέον οι Ορθόδοξοι και οι Παπικοί συμφωνούν στο ότι ο Θεός έδωσε και την Ιερά Παράδοσι στην Εκκλησία. Οι Προτεστάντες στο θέμα της Παραδόσεως δείχνουν ότι αναθεωρούν μερικές από τις σκέψεις τους.
Συμβαίνει όμως σήμερα, η Ορθόδοξη Εκκλησία να αντιμετωπίζει ένα παράξενο φαινόμενο: και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη, αλλά και στην Παράδοση συναντά κανείς απόψεις, τις οποίες εδώ και τουλάχιστον 150 χρόνια η επιστήμη απέδειξε λανθασμένες με την πρόοδο στην έρευνα που είχαν κατ’ εξοχήν οι θετικές επιστήμες. Αυτό βέβαια δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα σε έναν ο οποίος δεν καταλαβαίνει σωστά τι εννοούν οι Πατέρες όταν μιλάνε για θεοπνευστία. Αυτό το πρόβλημα αφορά κυρίως στην μελέτη της Αγίας Γραφής.
Στην Φράγκικη Παράδοσι που ακολούθησε τον Αυγουστίνο, η Αποκάλυψις ταυτίστηκε με την αποκάλυψι νοημάτων εκ μέρους του Θεού στον άνθρωπο. Μάλιστα, όχι μόνο νοημάτων, αλλά και ρητών, δηλαδή όρων και λέξεων, που συνοδεύουν τα ρήματα αυτά. Αν όμως δεχθή κανείς αυτήν την άποψι τότε έχομε την λεγόμενη κατά γράμμα θεοπνευστία της Αγίας Γραφής, κατά την οποία ο Θεός εμφανίζεται να υπαγορεύη τρόπον τινά τα ρητά και τα νοήματα στούς συγγραφείς της Αγίας Γραφής. Άπαξ όμως και υιοθετηθή αυτή η γραμμή, τότε συνάγεται ότι ουσιαστικά συγγραφεύς της Αγίας Γραφής είναι ο ίδιος ο Θεός και όχι οι Προφήτες ή οι Ευαγγελισταί.
Επειδή λοιπόν η Δυτική Θεολογία ακολούθησε αυτήν την γραμμή, προκλήθηκε μεγάλο πρόβλημα με την εμφάνιση της μοντέρνας επιστήμης, η οποία ανέτρεψε ωρισμένες θέσεις της Αγίας Γραφής, όπως π.χ. την ηλικία του κόσμου, οπότε είναι σαν να αποδεικνύεται ψεύστης ο Θεός σε εκείνα που ο ίδιος υπαγόρευσε, παλαιότερα.
Η κοινή άποψις που έχει επικρατήσει περί θεοπνευστίας είναι ότι το έργο της θεοπνευστίας περιορίζεται μόνο σε ό,τι έχει κατατεθή μέσα στην Αγία Γραφή. Όταν λέμε θεοπνευστία, έρχεται αμέσως στο νού μας η Αγία Γραφή, δηλαδή οι Προφήτες και οι Απόστολοι. Αν τώρα κανείς είναι και συντηρητικός, θα έλθη στο μυαλό του και καμμία Οικουμενική Σύνοδος, εκτός από την Αγία Γραφή . Διότι για έναν τέτοιο άνθρωπο και οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων είναι θεόπνευστες. Και, αν είναι περισσότερο συντηρητικός, φέρνει στον νου του και τους Πατέρες της Εκκλησίας. Αν είναι ακόμα πιο συντηρητικός, φέρνει στο νου του τους Κανόνες της Εκκλησίας, την Λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, και τα ράσα και τα καλυμμαύχια. Αυτός ο τελευταίος είναι πλήρως συντηρητικός. Αν δηλαδή το 50 είναι η βάσις και το 100 το μέγιστο, αυτός πιάνει το 100. Έχει δηλαδή 100 κιλά συντηρητικότητος!
Εκείνο που έχει όμως σημασία είναι τούτο: Η θεοπνευστία έχει επικρατήσει να θεωρήται ότι καλύπτει ένα μεγάλο μέρος του χώρου της εκκλησιαστικής ζωής, αν όχι ολόκληρο τον χώρο αυτόν. Στην δε σύχρονη Ορθόδοξη Θεολογία υπάρχει μεγάλη σύγχισις επάνω στο θέμα αυτό. Στο τι είναι, τι σημαίνει δηλαδή θεοπνευστία και πού είναι η θεοπνευστία.
Εκεί που συμφωνούν όλοι οι Χριστιανοί, Ορθόδοξοι και αιρετικοί, είναι ότι η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη. Ακόμη βέβαια δεν εξετάζομε το τι είναι η θεοπνευστία, κατά πόσον δηλαδή η Αγία Γραφή είναι όντως θεόπνευστη. Πρός το παρόν ας κρατήσωμε τούτο: Ότι η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη.
Βάσει λοιπόν αυτού ισχύει εκείνο που αναφέρεται μέσα στην Αγία Γραφή, ότι δηλαδή ο Χριστός υπεσχέθη στους Αποστόλους ότι θα έστελνε το Πνεύμα το Άγιο, το Οποίο θα τους οδηγούσε «εις πάσαν την αλήθειαν» [Ιω 16, 13]. Οπότε ο Χριστός είναι Εκείνος που αποστέλλει το Πνεύμα το Άγιον και Εκείνο είναι που οδηγεί εις πάσαν την αλήθειαν.
Τώρα όμως τίθεται το ερώτημα : σε ποιούς ακριβώς δίνει ο Χριστός το Πνεύμα το Άγιο και ποιούς ακριβώς οδηγεί στην πλήρη αλήθεια;
Οι Παπικοί απαντούν και λένε ότι το Πνεύμα το Άγιον εδόθη κατ’ αρχήν εις τους Αποστόλους και μέσω των Αποστόλων το λαμβάνουν και όλοι οι επίσκοποι, όταν χειροτονούνται και ότι εις Αυτό μετέχουν και οι παπάδες κατά κάποιον τρόπον. Αυτή η πεποίθησις εις τους Παπικούς φαίνεται καθαρά στον τρόπο χειροτονίας των επισκόπων τους, κατά την οποίαν λένε οι χειροτονούντες επίσκοποι στον χειροτονούμενο: Λάβε Πνεύμα Άγιον! Αυτό δίνει την εντύπωσι ότι ο χειροτονούμενος είχε ζήσει την όλη μέχρι τότε ζωή του χωρίς Πνεύμα Άγιο, το οποίο παίρνει εκείνην την στιγμή της χειροτονίας του.
Το ερμηνευτικό έργο της Αγίας Γραφής είναι αναμφισβήτητα έργο του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο πνεύμα είναι Εκείνο που καθοδηγεί τους ερμηνευτές στην ορθή ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Πώς όμως γίνεται αυτό το πράγμα;
Συνήθως στην ιατρική επιστήμη, όταν λέμε ότι το τάδε φάρμακο θεραπεύει την τάδε αρρώστια, γνωρίζουν, από προηγηθείσες έρευνες και πώς λειτουργεί θεραπευτικά το φάρμακο αυτό μέσα στόν οργανισμό. Σε κάθε επιστήμη, όταν λέμε ότι κάτι συμβαίνει, αυτό το κάτι συνήθως μπορεί να εξακριβωθή.
Εδώ όμως έχομε το ερώτημα: Πώς το Πνεύμα το Άγιο καθοδηγεί, ποιους καθοδηγεί και σε τι συνίσταται αυτή η καθοδήγησις; Εκείνο που λένε μερικοί ότι, όταν μία Οικουμενική Σύνοδος αποφασίσει κάτι, αυτό είναι αλήθητο, επειδή η Οικουμενική Σύνοδος είναι θεόπνευστη κλπ., είναι σαν να μας υποχρεώνουν να δεχθούμε ως αλάθητη διδασκαλία ό,τι αποφασίζει και διακηρύσσει μία Οικουμενική Σύνοδος. Αυτό είναι και το πνεύμα περί του αλάθητου του Πάπα.
Βέβαια είναι σωστό ότι μια Οικουμενική Σύνοδος είναι αλάθητη, ότι διδάσκει αλαθήτως, ότι είναι ωφέλιμη για την πίστι μας κλπ. Ναι, αλλά πώς γίνεται και είναι αλάθητη; Γιατί είναι αλάθητη; Γιατί οι αποφάσεις της είναι αλάθητες;
Η μοντέρνα Ορθόδοξη θεολογία μιλάει πάρα πολύ για θεοπνευστία. Από όσα έχω διαβάσει, βλέπω να μιλάνε περί θεοπνευστίας, αλλά δεν έχω βρει περιγραφή της θεοπνευστίας εκείνης για την οποία μιλάνε. Είπαμε ότι και οι Ορθόδοξοι και οι Παπικοί και οι Προτεστάντες συμφωνούν στο ότι η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστος. Τι σημαίνει όμως θεοπνευστία; Και, εάν σώζεται κάπου, που σώζεται;
Θα πει όμως κάποιος: Καλά, θεόπνευστοι ήταν μόνο οι Προφήτες και οι Απόστολοι; Μετά τους Αποστόλους δεν έχομε θεόπνευστους ανθρώπους; Δεν έχομε θεόπνευστα συγγράμματα εκτός της Αγίας Γραφής; Και, εάν ναι, ποιοι είναι αυτοί οι θεόπνευστοι άνθρωποι; Και αν υπάρχουν, πώς ξέρομε ότι είναι θεόπνευστοι; Οι προφήτες ξέρομε ότι ήσαν θεόπνευστοι. Ομοίως και οι Απόστολοι ήσαν θεόπνευστοι. Εκτός όμως από αυτούς, ποιοι άλλοι ήσαν ή είναι θεόπνευστοι; Επίσης ποια είναι τα διάφορα στάδια αυτής της θεοπνευστίας, και πώς διακρίνονται; Πώς ο άνθρωπος εμπνέεται από τον Θεόν και πώς ξέρομε ότι ένας είναι εμπνευσμένος από τον Θεόν και όχι από τον Διάβολον ή από φαντασιοπληξίες;
Ο Χριστός, όταν είπε ότι θα μας δώση το Πνεύμα το Άγιο, το οποίο θα μας οδηγήση εις πάσαν την αλήθειαν, δεν μιλούσε για Οικουμενικές Συνόδους. Δεν είπε δηλαδή ότι αυτό θα γίνεται στις Οικουμενικές Συνόδους της Εκκλησίας. Αυτό δηλαδή το καινόν περί του αλαθήτου των Οικουμενικών Συνόδων δεν περιλαμβάνεται μέσα στην Αγία Γραφή. Ο Χριστός είπε απλά ότι το Πνεύμα το Άγιον θα είναι Εκείνο που θα μας οδηγήση στην πλήρη αλήθεια. Προηγουμένως όμως, πριν δηλαδή από αυτό, είπε ότι εάν έχετε αγάπη μεταξύ σας, εγώ και ο Πατέρας μου θα έλθωμε και θα κατοικήσωμε μέσα σας, καθώς επίσης είπε ότι τώρα, με βλέπετε, αλλά αργότερα δεν θα με βλέπετε. Αλλά, εάν έχετε αγάπη, πάλι θα με βλέπετε. Και, το Πνεύμα θα έλθη να κατοικήση μέσα σας και θα σας οδηγήση εις πάσαν την αλήθειαν.
Όλα αυτά που λέγει ο Χριστός και αναφέρονται στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη και που τα διαβάζουν οι παπάδες την Μεγάλη Πέμπτη, είναι βασικά κεφάλαια. Αλλά γιατί είναι βασικά κεφάλαια; Αυτή η προσευχή του Ιησού, η Αρχιερατική, γιατί έχει τόσο μεγάλη σημασία; Γιατί προσεύχεται ο Χριστός για την ενότητα των Αποστόλων; Για ποια ένωσι προσεύχεται; Μήπως των Εκκλησιών; Ποια ένωσις είναι αυτή; Αυτό, το «οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν», όταν το λέγη ο Χριστός, το εννοεί ασφαλώς μέσα σε ωρισμένα πλαίσια. Ποια είναι τα πλαίσια αυτά;
Τα κεφάλαια αυτά, 14 έως 17, του κατά Ιωάννη Ευαγγελίου κάνουν ολόκληρη ανάπτυξη περί της πνευματικής καταστάσεως των Αποστόλων σε σχέσι με την αγάπη και αναφέρουν ποια θα είναι τα αποτελέσματα της αγάπης. Η πλήρης μορφή όμως της αγάπης αποκαλύπτεται στην εμπειρία της θεώσεως. Η θέωσις είναι η πλήρης μορφή της αγάπης. Δι’ αυτής της αγάπης, που πηγάζει από την εμπειρία της θεώσεως, γίνεται η πλήρης θεραπεία του ανθρώπου.
Η αγάπη αυτή αρχίζη να ενεργήται, όταν έλθη το Πνεύμα το Άγιον μέσα στον άνθρωπο, οπότε γίνεται ο άνθρωπος κατοικητήριο και ναός του Αγίου Πνεύματος. Και, όταν έλθη το Πνεύμα το Άγιο και κατοικήση μέσα στόν άνθρωπο ,φέρνει μαζί Του και τον Πατέρα και τον Υιόν. Τότε στον άνθρωπο κατοικεί ολόκληρη η Αγία Τριάδα. Αλλά πώς γνωρίζει ο άνθρωπος ότι έγινε ναός του Αγίου Πνεύματος; Πώς γίνεται αυτή η διαπίστωσις; Ο αληθινός πνευματικός πατέρας γνωρίζει πότε ένα πνευματικό του παιδί έχει λάβει το Άγιο Πνεύμα και έχει γίνει ναός του Αγίου Πνεύματος. Έχομε συγκεκριμένα Πατερικά κριτήρια στο θέμα αυτό. Ποιά είναι αυτά;
Όταν ο Χριστός μιλάει για την έκχυση του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία και στους πιστούς, δεν μιλάει αφηρημένα, δεν μιλάει ότι θα το στείλη σε όλη την Εκκλησία γενικά. Ούτε ότι, επειδή οι δεσποτάδες και οι παπάδες έχουν μία αλληλοδιαδοχή με τις χειροτονίες, θα το λάβη γενικά όλη η Εκκλησία. Ούτε εννοεί ότι εξ’ αιτίας της χειροτονίας των επισκόπων υπάρχει οπωσδήποτε η εγγύησις ότι το Πνεύμα το Άγιο θα κατοικήση μόνιμα μέσα στην Ιεραρχία. Διότι, δεν είναι η ύπαρξις του επισκόπου η εγγύησις ότι μία Σύνοδος εμφορείται από το Άγιο Πνεύμα. Απόδειξις είναι ότι υπήρξαν μέσα στην Εκκλησία πολλοί επίσκοποι, που κατεδικάσθησαν ως αιρετικοί. Αν είχαν εκείνοι οι επίσκοποι Πνεύμα Άγιο, δεν θα έπεφταν σε αίρεσι. Άρα, δεν είναι η εις επίσκοπον χειροτονία κάποιου απόδειξις ούτε εγγύησις ότι στον επίσκοπο αυτόν κατοικεί οπωσδήποτε το Άγιο Πνεύμα. Άρα, δεν είναι η Χάρις της Αρχιεροσύνης εκείνη που οδηγεί την Εκκλησία «εις πάσαν την αλήθειαν».
Ο Χριστός μιλάει εδώ για κάτι άλλο. Οι Πατέρες λένε καθαρά ότι ο Χριστός εδώ μιλάει για δύο καταστάσεις. Από το ένα μέρος μιλάει για την φώτιση και από το άλλο μέρος μιλάει για την θέωσι. Όταν λέγη ο Χριστός ίνα πάντες έν ώσι, για ποιους μιλάει; Για τους Αποστόλους βέβαια. Δηλαδή παρακαλεί τον Πατέρα να γίνουν οι Απόστολοι «έν , καθώς έν εσμέν» [Ιω 17,11]. Δέν λέγει εις, αλλά έν.
Πώς όμως ο Πατήρ, ο υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι έν; Απάντησις: Είναι ενωμένοι εις έν, κατά την δόξαν (ενέργειαν) και κατά την ουσίαν. Κατά τα Πρόσωπα, τις υποστάσεις, δεν είναι ενωμένοι. Διότι τα Πρόσωπα στην Αγία Τριάδα, λένε οι Πατέρες, είναι ακοινώνητα μεταξύ τους. Τα κοινά στην Αγία Τριάδα είναι η ουσία και η φυσική ενέργεια της ουσίας, δηλαδή η Δόξα.
Και κατά τι είναι έν ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα, με το οποίον έν και εμείς θα γίνωμε έν,δηλαδή και μεταξύ μας και με την Αγία Τριάδα; Ποιο θα είναι αυτό το κοινό γνώρισμα; Απάντησις: Είναι το έν κατά την δόξαν.
Δηλαδή, όπως ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα είναι ένα κατά την δόξαν, διότι έχουν κοινήν την δόξαν, έτσι και εμείς θα γίνωμε ένα, όταν όλοι μας μετάσχωμε στην δόξα του Θεού, όταν δηλαδή όλοι μας ή όσοι από εμάς γίνουν άξιοι, γίνουν μέτοχοι της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, του ακτίστου Φωτός. Διότι, όταν ένας άνθρωπος δοξάζεται, τότε γίνεται κοινωνός της ακτίστου δόξης της Αγίας Τριάδος, οπότε ενώνεται και με την Αγία Τριάδα, αλλά και με όσους συνανθρώπους είναι εκείνη την στιγμή ενωμένοι και εκείνοι με την δόξαν του Θεου.
Οπότε εκείνο, για το οποίο προσεύχεται ο Χριστός στον Μυστικό Δείπνο είναι, πρώτα – πρώτα για την κάθαρσι τους, μετά για την φώτισι τους και τέλος για την θέωσι τους. Επομένως το «οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν» αναφέρεται όχι γενικά σε όλους τους ανθρώπους, αλλά ειδικά σε όσους θα λάβουν μέρος στην εμπειρία της θεώσεως. Δηλαδή, όταν ο άνθρωπος φθάση στην θέωσι, τότε μόνον οδηγείται εις πάσαν την αλήθειαν. Επομένως η πάσα αλήθεια (όχι περί του κτιστού κόσμου, αλλά περί του Θεού) γίνεται μόνη στην εμπειρία της θεώσεως.
Επειδή όλοι οι Πατέρες είχαν αυτήν την εμπειρία ή παρόμοια, διότι είτε ήσαν σε κατάστασι φωτισμού είτε σε κατάστασι θεώσεως, γι’ αυτό και όλοι τους έχουν την ίδια ακριβώς αντίληψι για την Αγία Γραφή και κάνουν όλοι τους την ίδια ερμηνεία στην Αγία Γραφή στα βασικά της σημεία και την ίδια ερμηνεία στα κείμενα των άλλων Πατέρων της Εκκλησίας.
Από τα παραπάνω τι συνάγεται; Όσοι βρίσκονται σε κατάστασι φωτισμού ή θεώσεως, αυτοί είναι θεόπνευστοι ή δεν είναι θεόπνευστοι; Απάντησις: Αυτοί φυσικά είναι θεόπνευστοι. Διότι θεοπνευστία σημαίνει τι; Σημαίνει να είναι κάποιος εμπνευσμένος από τον Θεόν. Εν αντιδιαστολή προς τι; Προς το να είναι κανείς εμπνευσμένος από τον διάβολο και τους δαίμονες. Εκείνος θα είναι διαβολόπνευστος και δαιμονόπνευστος.
Η υψηλότερη μορφή της Αποκαλύψεως όσον αφορά στην θεοπνευστία, ήταν εκείνη που συνέβη στους Αποστόλους κατά την ημέρα της Πεντηκοστής. Το κλειδί λοιπόν της Ορθοδόξου θεολογίας σχετικά με την θεοπνευστία είναι η Πεντηκοστή. Εάν κανείς μπορέσει να κατανοήσει την σημασία της Πεντηκοστής για την Πατερική παράδοση, τότε και θεολόγος να μην είναι, τουλάχιστον θα ξέρει τι είναι Θεολογία και τι θεολόγος. Όπως δεν χρειάζεται να είναι κανείς γιατρός για να ξέρει τι είναι Ιατρική επιστήμη και τι είναι γιατρός, κατά τον ίδιο τρόπο κάποιος μπορεί να ξέρει τι είναι Θεολογία, ποιος είναι ο θεολόγος και ποιος είναι ο θεολογών, χωρίς να είναι ο ίδιος θεολόγος ή θεολογών.
Πηγή: Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου, «Πατερική Θεολογία» , Εκδόσεις Παρακαταθήκη, 2004, σελ 115 –124, Πρόλογος Πρωτοπρ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού, Επιμέλεια – Σχόλια: Μοναχού Δαμασκηνού Αγιορείτου.
https://paraklisi.blogspot.gr/2017/06/blog-post_912.html

Κεντρικά σημεῖα τῆς διδασκαλίας τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη Του σεβ. Μητροπ. Ναυπάκτου Ιεροθέου


Του σεβ. Μητροπ. Ναυπάκτου Ιεροθέου
Η διδασκαλία του π. Ιωάννου Ρωμανίδη συντονίζεται στην διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, την οποία εκείνος παρουσίασε με έναν σύγχρονο τρόπο στους φοιτητές του, τους ακροατές του και τους συνομιλητές του, όπως το έκανε και με τα γραπτά του. Όταν κανείς τον συναντούσε και συζητούσε για ελάχιστα λεπτά της ώρας μαζί του, μπορούσε να παραλάβει μια συμπεπυκνωμένη διδασκαλία. Είχε την ικανότητα σε μικρό χρονικό διάστημα να μεταδίδει με τρόπο ευσύνοπτο και απλό τον πυρήνα της διδασκαλίας του.
 Στην συνέχεια θα εκτεθούν δέκα σημεία, που είναι οι κεντρικές θέσεις της διδασκαλίας του, όπως τις έχω αντιληφθεί.
1. Ο Θεός της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι Θεός της αποκαλύψεως, δηλαδή ο Θεός ο οποίος φανερώθηκε στους Προφήτες, Αποστόλους και Αγίους κάθε εποχής και οι οποίοι χαρακτηρίζονται θεούμενοι και είναι φίλοι του Θεού. Ο Θεός της Εκκλησίας δεν είναι Θεός των φιλοσόφων και των στοχαστών, αλλά ο Θεός των Πατέρων ημών. Αποκαλύπτεται δε στους Θεουμένους, σε αυτούς, δηλαδή, που βρίσκονται σε ένα επίπεδο πνευματικής καταστάσεως, για να αισθανθούν την κοινωνία μαζί Του.
Η πνευματική αυτή κατάσταση λέγεται θεωρία, δηλαδή, οι θεόπτες βλέπουν τον Θεό μέσα στο Φως της δόξης Του. Αυτή η θέα είναι κοινωνία. Η κοινωνία προσφέρει γνώση και η γνώση αυτή είναι υπεράνω της ανθρώπινης γνώσεως. Κατά την διάρκεια της θεωρίας ο θεούμενος δεν έχει νοήματα, μετέχει του Φωτός, αλλά μετά την θεωρία καταγράφει την εμπειρία του με λέξεις και εικόνες που λαμβάνει από το περιβάλλον. Ο Θεός είναι Φως, οι Άγιοι ζουν μέσα στο Φως και στην συνέχεια περιγράφουν την άκτιστη αυτήν πραγματικότητα με στοιχεία της κτιστής πραγματικότητας. Η λέξη «άκτιστος» σημαίνει αδημιούργητος, δηλαδή δεν είναι κτιστός. Υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ ακτίστου και κτιστού και οι θεούμενοι το αντιλαμβάνονται αυτό κατά την διάρκεια της θεοπτικής τους εμπειρίας.
Η γνώση του Θεού, που γίνεται με άκτιστα ρήματα, μεταφέρεται με κτιστά ρήματα, νοήματα και εικονίσματα, αφ’ ενός μεν για να κατηχηθούν οι πιστοί και να πορευθούν τον δρόμο της Θεώσεως, αφ’ ετέρου δε για να αντιμετωπισθούν οι αιρετικοί. Έτσι, καταρτίσθηκαν τα δόγματα από τις Τοπικές και Οικουμενικές Συνόδους. Άλλο είναι το δόγμα περί της Αγίας Τριάδος και άλλο είναι το μυστήριο της Αγίας Τριάδος.
Επομένως, ο Θεός της Εκκλησίας δεν είναι Θεός των στοχαστών ούτε των φιλοσόφων, αλλά ο Θεός των Πατέρων ημών.
2. Τόσο στην Παλαιά Διαθήκη όσο και στην Καινή Διαθήκη γίνεται λόγος για τον Τριαδικό Θεό, ήτοι τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιον Πνεύμα. Δεν κάνει λόγο μόνον η Καινή Διαθήκη για τον Τριαδικό Θεό, αλλά και η Παλαιά Διαθήκη. Τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος έχουν κοινή ουσία-φύση και ιδιαίτερα υποστατικά ιδιώματα, που είναι του Πατρός το αγέννητο, του Υιού το γεννητό και του Αγίου Πνεύματος το εκπορευτό.
Ο Θεός υπερβαίνει όλες τις κατηγορίες της ανθρώπινης και κτιστής ύπαρξης, είναι ορατός και αόρατος, γνωστός και άγνωστος, περιγραπτός και απερίγραπτος, γι’ αυτό και δεν μπορούν να εφαρμόζονται στον Θεό οι περσοναλιστικές κατηγορίες.
Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός αποκαλύπτεται στον άνθρωπο κρυπτόμενος, αλλά και κρύπτεται φανερούμενος. Ο Θεός είναι ένα μυστήριο και δεν είναι μόνον πρόσωπο με την έννοια που εμείς προσδίδουμε στην έννοια του προσώπου, δηλαδή με τις ανθρωπομορφικές εκφράσεις μας, αλλά είναι κάτι πέρα από αυτά. Στην κατάσταση της θεοπτίας καταργούνται όλα τα νοήματα και μετέχεται ο Θεός ως υποστατικό Φως.
Στον Τριαδικό Θεό υπάρχουν κοινά και ακοινώνητα. Τα κοινά είναι η ουσία, η φύση, η ενέργεια, η δόξα κλπ. Ενώ τα ακοινώνητα είναι το αγέννητο, το γεννητό και το εκπορευτό. Ο Πατήρ κοινωνεί την ουσία Του στον Υιό δια της γεννήσεως και κοινωνεί την ουσία Του στο Άγιον Πνεύμα (δια του Λόγου) δια της εκπορεύσεως. Επομένως, στον Τριαδικό Θεό υπάρχει κοινωνία φύσεως-ουσίας και ενεργείας και όχι κοινωνία προσώπων. Τα πρόσωπα αλληλοπεριχωρούνται, αλλά δεν υπάρχει κοινωνία προσώπων, επειδή τα ακοινώνητα δεν κοινωνούνται.
Γη γνώση του Τριαδικού Θεού γίνεται κατά την διάρκεια της θεοπτικής εμπειρίας, οπότε βλέπει κανείς τον Θεό ως Φως, δια του Φωτός, εν τω Φωτί. Το Φως είναι η άκτιστη ενέργεια του Θεού.
3. Ο Θεός που αποκαλύπτεται στους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης είναι ο άσαρκος Λόγος, ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Στην Παλαιά Διαθήκη γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ του Μεγάλης Βουλής Αγγέλου, δηλαδή του ακτίστου Λόγου, και των κτιστών αγγέλων. Οι Προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη βλέπουν τον Πατέρα δια του άσαρκου Λόγου εν Αγίω Πνεύματι. Με αυτήν την έννοια στην Παλαιά Διαθήκη αποκαλύπτεται ο Τριαδικός Θεός.
Στην Καινή Διαθήκη ο Άκτιστος Λόγος αποκαλύπτεται εν σαρκί, αφού προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση από την Παναγία μητέρα Του. Έτσι, από άσαρκος Λόγος γίνεται σεσαρκωμένος, από Μεγάλης Βουλής Άγγελος γίνεται Χριστός, που στα Εβραϊκά σημαίνει Μεσσίας. Η λέξη Χριστός σημαίνει ότι η ανθρώπινη φύση χρίσθηκε από τον Θεό, ο ίδιος ο Θεός (Πατήρ, Υιός, Άγιον Πνεύμα) έχρισε την ανθρώπινη φύση. Και στην Καινή Διαθήκη δια του Χριστού βλέπουμε τον Πατέρα εν Αγίω Πνεύματι. Όταν ο Φίλιππος είπε στον Χριστό: «δείξον ημίν τον πατέρα και αρκεί ημίν», ο Χριστός του απάντησε: «τοσούτον χρόνον μεθ’ υμών ειμί, και ουκ έγνωκάς με, Φίλιππε; Ο εωρακώς εμέ εώρακε τον πατέρα· και πώς συ λέγεις, δείξον ημίν τον πατέρα;» (Ιωάννης ιδ’ 8-9).
4. Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και το τελειότερο δημιούργημά Του είναι ο άνθρωπος. Ο Θεός είναι άκτιστος, ενώ ο κόσμος είναι κτιστός, που σημαίνει ότι έχει μια συγκεκριμένη αρχή, έχει φθορά και έχει τέλος. Η ψυχή του ανθρώπου είναι δημιούργημα του Θεού και ως κτίσμα έπρεπε να έχει τέλος, αλλά όμως δεν υπάρχει τέλος της ψυχής, διότι ο Θεός θέλησε διαφορετικά. Έτσι, η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη κατά Χάρη και όχι κατά φύση. Έπειτα στον άνθρωπο δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ φύσει αθανάτου ψυχής και φύσει θνητού σώματος. Ολόκληρος ο άνθρωπος, αποτελούμενος από ψυχή και σώμα, είναι θετικό δημιούργημα του Θεού και κλήθηκε για να ζει αιωνίως μαζί Του.
Ο Αδάμ και η Εύα είχαν ψυχή και σώμα, αλλά και την Χάρη του Θεού. Δεν πρόκειται για τρισύνθετο, αφού ο άνθρωπος έχει ψυχή και σώμα, αλλά για το ότι ο πραγματικός άνθρωπος έχει και την Χάρη του Θεού. Ο Αδάμ και η Εύα στον Παράδεισο ήταν οι πιο φυσιολογικοί άνθρωποι.
Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή Του.
Η πραγματική εικόνα του Θεού του αοράτου είναι ο Λόγος, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Ο άνθρωπος δεν είναι εικόνα του Θεού, αλλά είναι κατ’ εικόνα Θεού, δηλαδή κατ’ εικόνα του Λόγου. Το καθ’ ομοίωση είναι το να φθάσει ο άνθρωπος στην μέθεξη της δόξης του Θεού, Η αρχέγονη κατάσταση του ανθρώπου, ο οποίος έλαβε το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση, συμπεριελάμβανε και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, αφού «το αφθαρτοποιόν Πνεύμα κάνει τον άνθρωπον κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού». Έτσι, ο γνήσιος άνθρωπος είναι αυτός που ζει εν Χριστώ και εν Αγίω Πνεύματι μέσα στο Φως της δόξης του Θεού.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον ο άνθρωπος δεν είναι πρόσωπο κατ’ εικόνα του Τριαδικού Θεού, αλλά είναι εικόνα του Λόγου, γιατί δεν υπ’ άρχει καμιά αναλογία μεταξύ Θεού και ανθρώπου, μεταξύ ακτίστου και κτιστού. Η μόνη γέφυρα μεταξύ κτιστού και ακτίστου είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός και οι φίλοι Του. Οι Πατέρες δεν ανέπτυξαν ιδιαίτερα την θεωρία περί του ανθρώπου ως προσώπου, γιατί γνώριζαν ότι ο άνθρωπος είναι κατ’ εικόνα Θεού και πρέπει να φθάσει στο καθ’ ομοίωση, την θέωση-δοξασμό, γι’ αυτό δεν έλεγαν ότι ο άνθρωπος είναι πρόσωπο, αλλά ότι όλοι έχουν την νοερά ενέργεια, η οποία πρέπει να ενεργοποιηθεί, και να φθάσουν στην θέωση, δηλαδή να γίνουν θεούμενοι.
5. Η πτώση του ανθρώπου είναι η απώλεια της δόξης του Θεού, σύμφωνα με το χωρίο του Αποστόλου Παύλου: «πάντες γαρ ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού» (Ρωμαίους Γ’, 23). Ο θάνατος δεν δημιουργήθηκε από τον Θεό, αλλά ήλθε κατά συμβουλή του διαβόλου και ως αποτέλεσμα της απομακρύνσεώς του από την δόξα του Θεού. Η κληρονόμηση του προπατορικού αμαρτήματος στους ανθρώπους δεν είναι κληρονόμηση της ενοχής, αλλά κληρονόμηση των αποτελεσμάτων της απομακρύνσεώς του ανθρώπου από τον Θεό, που είναι ο θάνατος.
Το τι ακριβώς συνέβη με το προπατορικό αμάρτημα, φαίνεται από την διδασκαλία των Πατέρων περί του ανθρώπου, Σύμφωνα με αυτήν, η ψυχή του ανθρώπου έχει δύο παράλληλες ενέργειες, ήτοι την νοερά και την λογική ενέργεια. Με την αμαρτία η νοερά ενέργεια (νους) σκοτίσθηκε και έπαυσε να έχει επικοινωνία με τον Θεό.
Με την αμαρτία εισήλθε στον πεπτωκότα άνθρωπο το θηρίο του θανάτου, που απειλεί την ζωή του. Είναι θάνατος πνευματικός και σωματικός. Έτσι, ο άνθρωπος έχασε την μνήμη του Θεού και ζει με την λογική και την φαντασία.
Οι Προφήτες και οι δίκαιοι στην Παλαιά Διαθήκη καθάρισαν την καρδιά τους από τα πάθη, φωτίσθηκε ο νους τους από την Χάρη του Θεού και έφθασαν στην θεωρία βλέποντας την δόξα του Θεού. Αυτό το βλέπουμε καθαρά στον Προφήτη Μωυσή, γι’ αυτό και ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, προκειμένου να παρουσίαση το πρότυπο του τελείου ανθρώπου, παρουσίασε τον Μωυσή.
Έτσι, οι Προφήτες και οι δίκαιοι στην Παλαιά Διαθήκη είναι φίλοι του Θεού, κατηλλάγησαν με τον Θεό, έφθασαν στην μέθεξη της δόξης Του, αλλά δεν μπορούσαν να νικήσουν τον θάνατο, γι’ αυτό και κατέβαιναν στον Άδη. Με την θεοπτία την οποία είχαν, υπερέβησαν τον πνευματικό θάνατο, αν και αυτό ήταν προσωρινό, αλλά δεν μπορούσαν να υπερβούν τον σωματικό θάνατο. Ο Χριστός με την κάθοδό Του στον Άδη απελευθέρωσε τους φίλους Του από το κράτος του θανάτου.
6. Ο άσαρκος Λόγος της Παλαιάς Διαθήκης σαρκώθηκε, προσέλαβε το παθητό και το θνητό της φύσεως του ανθρώπου, χωρίς την αμαρτία, για να νικήσει τον θάνατο πάνω στο σώμα Του και έτσι να απαλλάξει τους ανθρώπους από το κράτος του θανάτου και όχι από την οργή του Θεού, όπως ισχυρίζονται οι Φραγκολατίνοι.
Ο Χριστός δίδαξε εν παραβολαίς τον λαό, αποκάλυψε τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού στους Μαθητές που εγκατέλειψαν τα πάντα και Τον ακολούθησαν και μερικούς από αυτούς τους εισήγαγε μέσα στην Βασιλεία του Θεού, στο άκτιστο Φως της θεότητος, όπως συνέβη στο Όρος Θαβώρ.
Το μυστήριο του Σταυρού και της αναστάσεως του Χριστού ελευθερώνει τους Θεού μένους από την αμαρτία, τον διάβολο και τον θάνατο. Το μυστήριο του Σταυρού ενεργούσε και στην Παλαιά Διαθήκη, διότι δι’ αυτού οι Προφήτες και οι δίκαιοι γίνονταν φίλοι Του, αλλά δεν τους απάλλασσε από το κράτος του θανάτου, πράγμα το οποίο έγινε με το ιστορικό γεγονός της σταυρώσεως και της αναστάσεως του Χριστού και την ζωή τους στην Εκκλησία.
Το κοινό γνώρισμα της Παλαιός και Καινής Διαθήκης είναι οι βαθμοί της πνευματικής τελειότητος, ήτοι η κάθαρση, ο φωτισμός και η θέωση. Οι Προτεστάντες επειδή απέρριψαν τον μοναχισμό και υιοθέτησαν τις θεωρίες του απολύτου προορισμού του Καλβίνου και τα περί σωτηρίας του ανθρώπου με μόνη την πίστη του Λουθήρου, καθώς επίσης επειδή απέρριψαν τις θεωρίες των Φραγκολατίνων περί αξιομισθιών και καθαρτηρίου πυρός, καταφέρθηκαν εναντίον της καθάρσεως, του φωτισμού και της Θεώσεως, ως δήθεν προερχόμενα από τους ειδωλολάτρες.
Όμως, τα περί καθάρσεως, φωτισμού και Θεώσεως, με διαφορετική έννοια από εκείνη που έδιναν οι Νεοπλατωνικοί, είναι κοινή παράδοση των Προφητών, Αποστόλων και Αγίων, ως μέθοδος θεραπείας και γνώσεως του Θεού. Αυτή είναι η Ορθόδοξη άσκηση.
7. Η Εκκλησία υπήρχε και στην Παλαιά Διαθήκη ως κοινωνία των δικαίων και των Προφητών με τον Μεγάλης Βουλής Άγγελο. Όμως, η Εκκλησία με την ενσάρκωση του Χριστού γίνεται σώμα Του και εκείνος κεφαλή της. Αυτή είναι «η πάσα αλήθεια» την οποία αποκάλυψε το Άγιον Πνεύμα στους Αποστόλους την η μέρα της Πεντηκοστής, και πέρα από αυτό δεν υπάρχει άλλη αλήθεια.
Στην Παλαιά Διαθήκη η άκτιστη Χάρη του Θεού μερίζεται αμερίστως εν μεριστοίς και πολλαπλάσιάζεται απολλαπλασιάστως εν πολλοίς. Αυτό γίνεται στην Καινή Διαθήκη και με το θεανθρώπινο σώμα του Χριστού, το οποίο προσέλαβε από την Παναγία και έγινε πηγή τής ακτίστου Χάριτος του Θεού. Έτσι, στην ζωή της εκκλησίας και το Σώμα του Χριστού μερίζεται αμερίστως εν μεριστοίς και πολλαπλασιάζεται απολλαπλασιάστως εν πολλοίς. Αυτό είναι το πλήρωμα της αληθείας και πέραν αυτού δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Μέσα στην Εκκλησία γνωρίζουμε και βιώνουμε την αλήθεια και τον Χριστό.
Η Εκκλησία στην Καινή Διαθήκη είναι Σώμα Χριστού, το οποίο είναι ενωμένο με την κεφαλή, τον Χριστό, και δεν είναι εις τύπον της Αγίας Τριάδος. Βεβαίως, δια του Χριστού οι θεούμενοι γνωρίζουν τον Πατέρα και κοινωνούν του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή μετέχουν τής ακτίστου ενεργείας του Θεού, αλλά δεν κοινωνούν των Προσώπων της Αγίας Τριάδος.
Ο Χριστιανός με το Άγιο Βάπτισμα, με το Άγιο Χρίσμα γίνεται ναός του Αγίου Πνεύματος, αφού ενεργοποιείται η νοερά ενέργεια της ψυχής και γίνεται αδιάλειπτη προσευχή, και με την Θεία Ευχαριστία κοινωνεί το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Τότε γεύεται την πρώτη ανάσταση. Τα κέντρα της εκκλησιαστικής ζωής είναι η Θεία Ευχαριστία, η προσευχή και η ανάγνωση της Αγίας Γραφής, η οποία αναλύεται από Προφήτες. Έτσι, έχουμε την Θεία Ευχαριστία, τον κανόνα της προσευχής – ακολουθιών, όπως συναντάται στο Μέγα Ευχολόγιο και τις αποφάσεις των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων. Δηλαδή, η Θεία Ευχαριστία συνδέεται αναπόσπαστα με τα άλλα Μυστήρια και τις Ιερές Ακολουθίες, αλλά και με τα Ορθόδοξα δόγματα και τις προϋποθέσεις τους, που είναι ο Ορθόδοξος ησυχασμός.
Η Εκκλησία, ως Σώμα Χριστού, με τα Μυστήρια και την ησυχαστική παράδοση, ως μέθοδο θεραπείας, θεραπεύει τον άνθρωπο. Αυτό σημαίνει ότι τον επαναφέρει στην κατάσταση που βρισκόταν ο Αδάμ στον Παράδεισο και τον ανεβάζει ακόμη υψηλότερα, αφού τον ενώνει με τον Θεάνθρωπο Χριστό και νικά τον θάνατο. Ο Αδάμ στον Παράδεισο βρισκόταν στον φωτισμό του νου και στην θέωση. Μετά την πτώση έχασε την επικοινωνία με τον Θεό, σκοτίσθηκε ο νους του και ήταν επόμενο ο νους να ταυτισθεί με την λογική, τα πάθη και το περιβάλλον. Μέσα στην Εκκλησία πρέπει να γίνει η αποκατάσταση της ανθρώπινης φύσεως, να καθαρισθεί η καρδιά από τα πάθη, να φωτισθεί ο νους και ο άνθρωπος να φθάσει στην θέωση. Αυτό λέγεται θεραπεία. Με αυτήν την έννοια η Εκκλησία είναι το πνευματικό θεραπευτήριο, το πνευματικό νοσοκομείο.
Η νοερά προσευχή είναι ένδειξη ότι ο άνθρωπος είναι ναός του Αγίου Πνεύματος και κοινωνεί του Χριστού. Μέσα στην Εκκλησία ο η άρχει και η λογική λατρεία, αλλά και η νοερά λατρεία. Η νοερά λατρεία γίνεται αδιάλειπτα. Ο νους πρέπει να καθαρισθεί από κάθε λογισμό και μέσα εκεί πρέπει να γίνεται μόνον η λεγάμενη μονολόγιστη προσευχή, να υπάρχει δηλαδή ένας λόγος, η μνήμη του Θεού.
Η Εκκλησία έχει δύο όψεις, την θετική και την αρνητική. Η θετική όψη είναι η Χριστολογία, ότι δηλαδή είναι το Σώμα του Χριστού και κοινωνία Θεώσεως, αφού η ανθρώπινη φύση ενώθηκε με την θεία φύση στο Πρόσωπο του Λόγου και θεώθηκε «άμα τη συλλήψει», «εξ άκρας συλλήψεως». Η αρνητική όψη είναι η δαιμονολογία, αφού κάνει αγώνα εναντίον του διαβόλου, της αμαρτίας και του θανάτου και θεραπεύει τον άνθρωπο, τον απαλλάσσει από «τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τουτέστι τον διάβολον» (Εβραίους Β΄, 14). Αυτό φαίνεται και από το έργο του Χριστού, ο οποίος ήλθε στον κόσμο «για να λύση τα έργα του διαβόλου» (Α Ιωάννης Γ’, 8), όπως φαίνεται στα ευαγγέλια. Το παράδοξο δε και εκπληκτικό είναι ότι ο Χριστιανός όσο αισθάνεται και βιώνει την αρνητική όψη της Εκκλησίας, δηλαδή όσο πολεμά και νικά εν Χριστώ τον διάβολο, τόσο και βιώνει την θετική όψη της Εκκλησίας, την Χριστολογία, δηλαδή αισθάνεται την αγάπη του Χριστού και ενώνεται μαζί Του. Αυτό ουσιαστικά υπονοούν οι βαθμοί της πνευματικής ζωής, που είναι η κάθαρση, ο φωτισμός και η θέωση. Βέβαια, ο αγώνας εναντίον του διαβόλου γίνεται εν Χριστώ.
Η πολεμική εναντίον του διαβόλου είναι διαρκής σε όλα τα στάδια της πνευματικής ζωής. Ο διάβολος πολεμά τον άνθρωπο ανάλογα με τον βαθμό της πνευματικής του καταστάσεως, αλλά ο θεούμενος διακρίνει τις μεθοδείες του, γιατί ο νους του είναι φωτισμένος από την Χάρη του Θεού. Και όταν ο διάβολος εμφανίζεται «ως Άγγελος φωτός» (παράβαλλε Β΄ Κορινθίους ια’, 14), τότε ο θεούμενος γνωρίζει ότι το φως αυτό δεν βιώνεται δια της συγκράσεως, όπως γίνεται με το άκτιστο Φως, το οποίο εξέρχεται μέσα από την καρδιά του θεουμένου, αλλά δια της συζυγίας, αφού το κτιστό φως του διαβόλου είναι παρυφιστάμενο, είναι έξω από τον άνθρωπο.
Έτσι, ο Χριστιανός αγωνιζόμενος εν Χριστώ, ζώντας στην Εκκλησία πορεύεται από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωση, από την ιδιοτελή στην ανιδιοτελή αγάπη, και μεταβάλλεται από δούλος σε μισθωτό και φίλο του Χριστού, βιώνει το μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού ως μυστήριο καταλλαγής του με τον Θεό και γίνεται ναός του Αγίου Πνεύματος. Τότε γίνεται πραγματικός θεολόγος και μπορεί να εξασκήσει το έργο του Πνευματικού Πατρός.
Η αίρεση είναι άρνηση της μεθοδολογίας για την γνώση του Θεού, δηλαδή συνίσταται στην αντικατάσταση της καθάρσεως, του φωτισμού και της Θεώσεως με τον στοχασμό και τον ηθικισμό, οπότε υπάρχουν διεστραμμένα αποτελέσματα. Εκείνος που στοχάζεται περί του Θεού είναι επόμενο να καταλήγει σε εσφαλμένες αντιλήψεις περί του Θεού, να κατασκευάζει έναν δικό του Θεό, σύμφωνα με τους στοχασμούς και την φαντασία του και ένα τέτοιος Θεός είναι ανύπαρκτος
Οι θεούμενοι δεν δέχονται τον στοχασμό στην Ορθόδοξη θεολογία και τον ηθικισμό στην πρακτική ζωή. Αντί του δυτικού στοχασμού και ηθικισμού δέχονται τον ησυχασμό. Το δόγμα είναι διατύπωση της αποκαλύψεως και συνδέεται με την ασκητική που οδηγεί τον άνθρωπο στην αποκάλυψη.
8. Η εσχατολογική ζωή δεν είναι η ζωή μετά τον θάνατο και μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, αλλά είναι η εν Χριστώ ζωή, αφού ο Χριστός, ο Οποίος είναι «ο πρώτος και ο έσχατος», ήλθε στον κόσμο. Έτσι, η Βασιλεία του Θεού εισήλθε μέσα στον κόσμο, την ιστορία και ο άνθρωπος μπορεί να μεθέξει της Βασιλείας του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι οι θεόπτες μετέχουν από τώρα της Βασιλείας του Θεού και δεν την αναμένουν απλώς στο μέλλον. Αυτή είναι η πρώτη ανάσταση και θα ακολουθήσει και η δεύτερη ανάσταση μετά την ανάσταση των σωμάτων και την βίωση της Βασιλείας του Θεού με όλη την ύπαρξη, δηλαδή με την ψυχή και το σώμα.
Η μέθεξη της Βασιλείας του Θεού είναι μέθεξη τής ακτίστου δόξης του Θεού εν τω Φωτί στην υπόσταση του Λόγου. Η Βασιλεία του Θεού δεν είναι μια κτιστή πραγματικότητα, αλλά ο δοξασμός, η θέα της θεότητος του Χριστού στην τεθεωμένη σάρκα Του.
Ο κάθε θεόπτης στην Καινή Διαθήκη είναι μέλος του Σώματος του Χριστού και, όταν ορά αοράτως και γνωρίζει αγνώστως το άκτιστο Φως, μετέχει τής ακτίστου ενεργείας του Θεού. Η δράση του Φωτός γίνεται έσωθεν δια της Θεώσεως, αλλά και έσωθεν του θεανθρωπίνου Σώματος του Χριστού, αφού είναι μέλος του Σώματος του Χριστού.
9. Ο Παράδεισος και η Κόλαση υπάρχουν εξ επόψεως τού ανθρώπου και όχι εξ επόψεως του Θεού. Ο Θεός θα εμφανισθεί σε όλους τους ανθρώπους και άλλοι θα δουν τον Θεό ως Φως, επειδή είχαν καθαρίσει το νοερό της ψυχής και είχαν αποκτήσει αυτοπτικό όμμα, οπότε αυτό είναι ο Παράδεισος, και άλλοι θα δουν τον Θεό ως πυρ και αυτό είναι η Κόλαση. Όταν καθίσει κανείς κάτω από τον ήλιο και άνοιξη τα μάτια του τα οποία δεν μπορούν να ανθέξουν την δράση αυτή, θα τυφλωθεί. Αυτό είναι η Κόλαση. Με αυτήν την έννοια λέγεται ότι ο Θεός είναι και φως και πυρ, γιατί άλλους φωτίζει και άλλους κατακαίει.
Ο Χριστός στην διδασκαλία Του, μιλώντας για την Κόλαση χρησιμοποίησε τις λέξεις «σκότος» και «κυρ». Αλλά το αισθητό σκότος δεν είναι πυρ το οποίο φωτίζει, και όταν υπάρχει το πυρ δεν υπάρχει το σκότος. Αυτό σημαίνει ότι η Κόλαση δεν είναι ούτε πυρ ούτε σκότος, όπως γνωρίζουμε εμείς τα στοιχεία αυτά στην κτιστή πραγματικότητα, αλλά είναι βίωση του ακτίστου Φωτός ως σκότους λόγω της ασθένειας του ανθρώπου. Επομένως, δεν έκανε ο Θεός την Κόλαση, αλλά ο άνθρωπος βιώνει τον Θεό ως Κόλαση, και ούτε η Κόλαση είναι μια κτιστή πραγματικότητα, αλλά είναι η άκτιστη Χάρη του Θεού που βιώνεται ως πυρ καταναλίσκον. Ο Θεός θα αγαπά όλους τους ανθρώπους, δικαίους και άδικους, αλλά οι άδικοι δεν θα μπορούν να καταλάβουν την αγάπη του Θεού.
Οι Άγιοι στην Βασιλεία του Θεού θα έχουν διαρκή πρόοδο στην μέθεξη της δόξης του Θεού, δεν θα υπάρχει μια ευδαιμονία, δηλαδή μια στατική κατάσταση, και οι κολασμένοι θα έχουν πώρωση και θα μετέχουν του Θεού ως πυρός. Μετά θάνατον δεν υπάρχει μετάνοια, αλλά υπάρχει πρόοδος στην μετάνοια, που σημαίνει ότι, όταν ο άνθρωπος αρχίσει να μετανοεί από αυτήν την ζωή, η μετάνοια θα ολοκληρωθεί στην άλλη.
10. Ο Χριστός με την ενανθρώπησή Του έγινε άνθρωπος και εισήλθε στην ιστορία. Η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού ζει μέσα στην ιστορία και την εξαγιάζει. Αλλά και οι Άγιοι ζουν μέσα στην ιστορία. Ακόμη και μετά τον θάνατό τους, πράγμα το οποίο αποδεικνύεται από τα ιερά λείψανά τους. Με την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού δεν θα καταργηθεί η ιστορία, αλλά θα είναι μεταμορφωμένη. Ο Χριστός έχει την ανθρώπινη φύση πάντοτε ενωμένη με την θεία φύση στο πρόσωπό Του, «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως». Και οι άνθρωποι μετά την ανάσταση θα έχουν το δικό τους σώμα, αλλά μεταμορφωμένο. Έτσι, δεν καταργείται η ιστορία ούτε υπάρχει μετα-ιστορία, αλλά μεταμορφώνεται η ιστορία.
Η Εκκλησία που ζει μέσα στον χρόνο και την ιστορία προσέλαβε δια των Πατέρων στοιχεία του περιβάλλοντος για να εκφράσει την αποκαλυπτική αλήθεια. Προσέλαβε στοιχεία από την Εβραϊκή και την Ελληνική σκέψη, από τον ρωμαϊκό πολιτισμό, τα μεταμόρφωσε και έτσι δημιουργήθηκε ένας ιδιαίτερος πολιτισμός, που είναι το πνευματικό ένδυμα της αποκαλυπτικής αλήθειας· πρόκειται για την ρωμαίικη παράδοση. Η βάση της ρωμαίικης θεολογίας είναι η κάθαρση, ο φωτισμός και η θέωση. Αυτό εκφράσθηκε σε έναν ιδιαίτερο χώρο με την πολιτιστική του παράδοση και ονομάζεται Χριστιανική ρωμαϊκή θεολογία, Χριστιανικός ρωμαϊκός πολιτισμός.
Η αρχαία Εκκλησία, τόσο στην Δύση όσο και στην Ανατολή, είχε ενιαία παράδοση και, κυρίως, ενιαία μεθοδολογία για την μέθεξη του Θεού που εκφραζόταν με την κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση. Από τους δυτικούς Πατέρες διέφερε ο ιερός Αυγουστίνος, επειδή είχε νεοπλατωνικές και μανιχαΐκές παραδόσεις και επειδή δεν γνώριζε την Ελληνική γλώσσα. Τις απόψεις του ιερού Αυγουστίνου τις χρησιμοποίησαν κατά κόρον οι Φράγκοι θεολόγοι της αυλής του Καρλομάγνου, πιθανολογείται μάλιστα ότι εκείνος που τις προώθησε και τις χρησιμοποίησε είναι ο Αλκουίνος, βασικός θεολόγος του Καρλομάγνου.
Με βάση αυτές τις θεωρίες οι Φράγκοι καταδίκασαν στην Σύνοδο της Φραγκφούρτης το 794 μ. Χ. Τις αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, εισήγαγαν την θεωρία περί της αιώνιας ευδαιμονίας εν τω Θεώ, την μεθοδολογία του στοχασμού για την γνώση του Θεού, και, κατ’ επέκταση, αρνήθηκαν την μέθοδο της καθάρσεως, του φωτισμού και της Θεώσεως, κατήργησαν την διάκριση μεταξύ ουσίας και ενεργείας στον Θεό (actus purus) και εισήγαγαν την θεωρία της γνώσεως της ουσίας του Θεού, το filioque κλπ.
Αυτές οι απόψεις αναλύθηκαν περισσότερο από θεολόγους της Δύσεως, ήτοι τον Άνσελμο Καντερβουρίας, τον Θωμά Ακινάτη, και άλλους σχολαστικούς θεολόγους, όπως τον Βαρλαάμ, οπότε διαμορφώθηκε μια άλλη πολιτιστική παράδοση, ένας άλλος πολιτισμός, που είναι αντίθετος από την Ορθόδοξη ρωμαίικη παράδοση. Μάλιστα δε, έφθασαν στο σημείο οι δυτικοί θεολόγοι να θεωρήσουν ότι οι ανατολικοί Πατέρες είχαν εισαγάγει διάφορες αιρέσεις στην θεολογία τους, επειδή δεν συμφωνούσαν με τις δικές τους απόψεις, και είναι γνωστά τα συγγράμματα Contra Errores Graecorum.
Μέσα σε αυτά τα πλαίσια πρέπει να δει κανείς την συζήτηση και την διαμάχη μεταξύ του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ο οποίος εξέφραζε την Ορθόδοξη ρωμαϊκή παράδοση, και του Βαρλαάμ, ο οποίος ήταν εκπρόσωπος της δυτικής σχολαστικής θεολογίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία κατοχύρωσε συνοδικώς την διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και καταδίκασε τον Βαρλαάμ και τους όμοιους του.
Αυτές ήταν οι δέκα κεντρικές θέσεις του π. Ιωάννου Ρωμανίδη.
Το σημαντικό είναι ότι ο π, Ιωάννης κατέληξε σε όλη αυτήν την θεολογία για πολλούς και διαφόρους λόγους.
Ο πρώτος, γιατί είχε κληρονομήσει μια προφορική ρωμαίικη παράδοση από τους γονείς του.
Ο δεύτερος λόγος, γιατί γνώρισε στην Αμερική που έζησε την δυτική παράδοση, όπως εκφραζόταν από τους Παπικούς και τους Προτεστάντες. Στους διαλόγους στους οποίους συμμετείχε γνώρισε το πνεύμα του δυτικού Χριστιανισμού, οπότε αναζήτησε τον πυρήνα της Ορθοδόξου διδασκαλίας στους Αποστολικούς Πατέρες, το ευχολόγιο της Εκκλησίας και στην ησυχαστική της παράδοση. Έπειτα επεκτάθηκε στους Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων, τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και την Φιλοκαλία.
Ο τρίτος λόγος, γιατί σπούδασε σε μεγάλα κέντρα του δυτικού κόσμου, όπως στην Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού στην Βοστώνη, στο Πανεπιστήμιο του Yale, στο Πανεπιστήμιο Columbia, στην Θεολογική Σχολή του Αγίου Βλαδίμηρου Νέας Υόρκης, στο Θεολογικό Σεμινάριο του Αγίου Σέργιου στο Παρίσι, στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, στην Θεολογική Σχολή Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και γνώριζε όλα τα θεολογικά, κοινωνικά και πολιτιστικά ρεύματα.
Ταυτόχρονα δίδαξε το μάθημα της δογματικής στην Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού Βοστώνης, στην Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης και στην Μπελεμέντειο Θεολογική Σχολή Λιβάνου.
Ο τέταρτος λόγος, γιατί ήταν ερευνητικό πνεύμα και μέσα σε αυτήν την προοπτική πρέπει να ενταχθούν οι πρώτες και μετέπειτα θεολογικές του εργασίες, καθώς επίσης και η κλασσική διατριβή του για το προπατορικό αμάρτημα.
Ο πέμπτος λόγος, γιατί είχε έκτακτα διανοητικά προσόντα, είχε χωρητικότητα νοός, γι’ αυτό και έλαβε, όπως λέγει ο άγιος Μάξιμος, και το χάρισμα της θεολογίας, άλλα και γιατί συνάντησε Πατέρες που ασκούσαν την νοερά προσευχή και είχαν θεωρία Θεού και στους οποίους μαθήτευσε με ταπείνωση.
Έτσι, η θεολογία του π. Ιωάννου Ρωμανίδη είναι προφητική, Αποστολική, πατερική, δηλαδή εκκλησιαστική. Επέμενε πολύ στα περί καθάρσεως. Φωτισμού και Θεώσεως, που είναι η μέθοδος της Ορθοδόξου θεολογίας και η οποία μέθοδος χρησιμοποιήθηκε από τους Προφήτες. Αποστόλους και Πατέρες, και έχει αποτελέσματα, όπως φαίνεται στα ιερά λείψανα, Συγχρόνως, επέμενε και στα περί ρωμαίικης παραδόσεως, η οποία διαφυλάσσει την ουσία της αποκαλυπτικής αλήθειας, διότι αυτή η ρωμαίικη παράδοση αλλοιώθηκε από την φραγκολατινική παράδοση.
Τα όσα αναφέρθηκαν είναι μια μικρή αναφορά στην μνήμη του μεγάλου αυτού θεολόγου της εποχής μας, ο οποίος με την πάροδο του χρόνου θα λάβει την θέση που του αρμόζει στο πνευματικό στερέωμα της Εκκλησίας μας, γιατί συντονίσθηκε με το πνεύμα της Ορθοδόξου πατερικής παραδόσεως και εξέφρασε τον πυρήνα της.
Αιωνία η μνήμη του μακαριστού π. Ιωάννου Ρωμανίδη, του διδασκάλου του ησυχασμού και της εμπειρικής δογματικής θεολογίας της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας.
Πηγή: «Εμπειρική Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη» Τόμος Β΄.  Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου.
http://www.impantokratoros.gr/798E2128.el.aspx

ΠΕΡΙ ΗΘΙΚΗΣ -ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ


Ενώ στην Ορθόδοξη διδασκαλία, όπως θα δούμε πιο κάτω, η λεγομένη ηθική συνίσταται στην ασκητική, στις άλλες ομολογίες η ηθική έγινε εξωτερική, μια ηθικολογία. Έτσι, γίνεται λόγος για Χριστιανική ηθική. 

Η δυτική Χριστιανική μεταφυσική στηρίχθηκε στον Αριστοτέλη, που έκανε λόγο για αρετές, οπότε στην Δύση αναπτύχθηκε η Χριστιανική ηθική, εντελώς διαφορετικά από αυτό που υπάρχει στην Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως την συναντάμε στην Αγία Γραφή και τα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας.
«Οι Φράγκοι θεολόγοι είχαν ακολουθήσει τόσο πολύ τον Αριστοτέλη, που η διδασκαλία τού Αριστοτέλη περί αρετών έγινε η ηθική τής Παπικής Εκκλησίας, και εν συνεχεία πολλών προτεσταντικών παραδόσεων. Δηλαδή καταργήθηκε η Ορθόδοξη ασκητική στους Φράγκους κι αντικαταστάθηκε από ηθικολογία, από ηθική. Οπότε, το έργο της θείας Χάριτος είναι συνεχώς να βοηθή τον άνθρωπο να γίνη ενάρετος, να απόκτηση τις αρετές, όπως τις δίδασκαν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι.
Γι’ αυτόν τον λόγο, ιδρύθηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών η έδρα της δογματικής και τής ηθικής, ο ίδιος ο καθηγητής που δίδασκε δογματική ήταν υποχρεωμένος να διδάξη και την ηθική. Γιατί; Διότι ο Θωμάς ο Ακινάτης, ο οποίος είναι ο μεγαλύτερος δογματολόγος της δυτικής παραδόσεως όλων των αιώνων της φραγκιάς, διδάσκει μέσα στο Summa Theologica και την δογματική και την ηθική, και είναι ηθική, ηθικολογία που τώρα έχει αποκηρυχθή από όλη την Ευρώπη.Κανένας σήμερα μοντέρνος άνθρωπος δεν μπορεί να παραδεχθή αυτήν την ηθική κάποιου θεολόγου της Δύσεως ή φιλοσόφου. Γιατί; Διότι όλα τα θεμέλια της ηθικής έχουν γκρεμισθή, γι’ αυτό υπάρχει και ο χιπισμός στην Ευρώπη και την Αμερική».
Η ηθικολογία αυτή επηρέασε και τον δυτικό μοναχισμό, αλλά και όλη την Χριστιανική ζωή.
«Στην φραγκική παράδοση δεν μπορεί ποτέ να γίνη καλόγρια μια που διετέλεσε πόρνη, ας πούμε. Αυτό είναι μια περίεργη αταξία. Και, ίσως, θα έπρεπε κανείς να κάνη και μια διατριβή να δη και τα θεολογικά πλαίσια αυτής τής διαφοράς στην παράδοση μας.
Στην δυτική παράδοση υπάρχει πάρα πολλή ηθικολογία, διότι έχουν επηρεασθή πολύ από τους αρχαίους Έλληνας φιλοσόφους, αφού οι κακοί δαίμονες της σχολαστικής θεολογίας είναι οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι. Και επειδή είχαν δελεασθή απ’ αυτούς, γι’ αυτό και βρήκαν τον μπελά τους οι καημένοι οι Φράγκοι».
Φυσικά, και εδώ ισχύει ό,τι αναφέρθηκε προηγουμένως, ότι δηλαδή, αφού στην Δύση, κατά την διάρκεια του Διαφωτισμού, κατέρρευσε η μεταφυσική, ήταν επόμενο να κατάρρευση και η ηθική που στηριζόταν στην μεταφυσική.
«Στην φραγκική παράδοση η μεταφυσική απετέλεσε την σπονδυλική στήλη της γνώσεως τής αληθείας από το ένα μέρος, του νόμου και της ηθικής από το άλλο. Η ιδέα περί αληθείας, περί νόμου, περί ηθικής βασίστηκε στην μεταφυσική.
Οπότε, εφ’ όσον γκρεμίστηκε η μεταφυσική, άρχισε να γκρεμίζεται με τους φιλοσόφους του 18ου αιώνος και η Χριστιανική ηθική. Και ολοκληρώθηκε το γκρέμισμα με την εμφάνιση της θεωρίας της εξελίξεως του Δαρβίνου. Αλλά και με την νεωτέρα αστρονομία, κυρίως από τις αρχές αυτού του αιώνος, η μεταφυσική πλέον γκρεμίστηκε και δεν υπάρχει κανένας σοβαρός άνθρωπος να παραδέχεται την μεταφυσική».
 
«τα έργα του Φαρισαίου είναι απαράδεκτα στον Θεό, διότι είναι ηθικά έργα. Δεν είναι έργα που προέρχονται από την ανιδιοτέλεια»
Σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση της ηθικολογίας στην Δύση και της ηθικής διαδραμάτισαν οι απόψεις του ιερού Αυγουστίνου.
«Στην αυγουστίνεια παράδοση εμφανίσθηκε η αμαρτία υπό μία ηθική μορφή, ενώ στους Πατέρες της Εκκλησίας έχει μορφή αρρώστιας και εμφανίζεται η εξάλειψη της αμαρτίας με μορφή θεραπείας. Όποτε έχουμε αρρώστια και έχουμε θεραπεία».
Ο ιερός Αυγουστίνος δεν γνώριζε την Ορθόδοξη ασκητική παράδοση, όπως εκφράζεται από την νηπτική θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας.
«Ο Αυγουστίνος δεν έχει ιδέα περί νοεράς προσευχής, καρδίας, νοός κλπ, και έχει μια ηθική αντίληψη περί του ανθρώπου, αλλά με διαφοροποίηση ότι ο άνθρωπος για να κάνη καλά έργα, δεν μπορεί χωρίς την Χάρη του Θεού. Δηλαδή, μια παραλλαγή της πατερικής διδασκαλίας ότι ο άνθρωπος μόνον όταν έχη νοερά ευχή και γίνη ναός του Αγίου Πνεύματος μπορεί να κάνη τα έργα σωστά, διότι έχει αγάπη, η οποία ου ζητεί τα εαυτής και εξελίσσεται στην ανιδιοτελή αγάπη και, επομένως, κάνει σωστά τα έργα του. Γι’ αυτό και τα έργα του Φαρισαίου είναι απαράδεκτα στον Θεό, διότι είναι ηθικά έργα. Δεν είναι έργα που προέρχονται από την ανιδιοτέλεια».
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχει Χριστιανική ηθική, όπως την συναντάμε στην δυτική θεολογία. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν πνευματικοί ιατροί, που θεράπευαν τους ανθρώπους. Στα συγγράμματά τους συναντάμε μια ιατρική προοπτική.
«Οι Πνευματικοί Πατέρες είναι γιατροί, δεν είναι ηθικοπατέρες, δεν είναι για να φυλάξουν την ηθική των ανθρώπων εκ μέρους του Ελληνικού Κράτους, για να έχουμε καλύτερους Έλληνας. Δεν είναι αυτός ο σκοπός της Ορθοδόξου πνευματικής ζωής.
Γι’ αυτό και τονίζω στους φοιτητές ότι δεν υπάρχει Ορθόδοξη ηθική, δεν υπάρχει για μας Χριστιανική ηθική. Το γεγονός ότι ιδρύσαμε έδρες Χριστιανικής ηθικής, είναι μία απόδειξη πόσο μακριά φύγαμε από την Ορθοδοξία».
Σε κάποια Ιστορική φάση μεταφέρθηκε και στην Ελλάδα η Χριστιανική δυτική ηθική, η οποία αντικατέστησε την Ορθόδοξη ασκητική. Αυτή η εκκοσμικευμένη ηθική διδασκόταν παλαιότερα στις Θεολογικές Σχολές.
«Με την νεοελληνική θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών που τα ξέρανε οι καθηγητές αυτοί που σπουδάσανε στη Ρωσία, Γερμανία -αυτοί ήσαν οι πλέον μορφωμένοι θεολόγοι, ξέρανε καλύτερα απ’ αυτούς τους αγράμματους- και από την έδρα τους τι μας δίδαξαν; Χριστιανική ηθική και μια θεολογία χωρίς κάθαρση, φωτισμό και θέωση. Και αντικατέστησαν την κάθαρση, φωτισμό, θέωση με τι; Η κάθαρση έγινε απαλλαγή από ηθικά παραπτώματα, από ηθικής απόψεως».
«Με την ίδρυση του Ελληνικού κράτους, με τον πόλεμο εναντίον των Μοναστηριών και των μοναχών, του μοναχισμού γενικά, εισήχθηκε για πρώτη φορά στην Ορθόδοξη θεολογία ένα μάθημα που λέγεται Χριστιανική ηθική.
Δεν υπάρχει Χριστιανική ηθική. Στην Ορθόδοξη θεολογία υπάρχει ασκητική, που είναι θεραπευτική. Δεν είναι ηθική, με την έννοια της φιλοσοφικής ηθικής, που δέσποζε τόσους αιώνες στους Φράγκους και μετά και στους Ρώσους. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα· είσαι καλός ή κακός, εάν είσαι καλό παιδί θα πας στον Παράδεισο, άμα είσαι κακό παιδί θα πας στην Κόλαση. Δεν υπάρχει τέτοιος προσανατολισμός στους Πατέρες της Εκκλησίας.
Αλλά τι υπάρχει; Υπάρχει η ασκητική, η οποία είναι η θεραπευτική, για να θεραπευθή η νοερά ενέργεια του ανθρώπου, να διακριθή από την λογική του ενέργεια, να λειτουργήση μέσα στον άνθρωπο μία ενέργεια, η οποία έχει μείνει ανενέργητος ή ασχολείται με ενέργειες οι οποίες δεν αρμόζουν στον προορισμό του ανθρώπου».
Πηγή: Σεβ. Ναυπάκτου Ιεροθέου Βλάχου: «Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις του π. Ιωάννου Ρωμανίδη». Τόμος Α’.

ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ + πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης







Οστεοφυλάκιο Μονής Χιλανδαρίου
+ πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης : Προκειμένου να αποκτήσει κανείς τον φωτισμό του νου και την αδιάλειπτη νοερά προσευχή, είναι απαραίτητη η παρουσία Πνευματικού Πατρός, που γνωρίζει τα θέματα αυτά εμπειρικώς και μπορεί να καθοδηγήσει πνευματικά τον άνθρωπο… Πρέπει να αναζητήσουμε Πνευματικό Πατέρα είναι σαφές… Αυτή είναι μια ζωντανή παράδοση στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Πάντοτε υπάρχουν ζωντανοί πνευματικοί οργανισμοί, τους οποίους ο άνθρωπος, που επιδιώκει αυτήν την ζωή, πρέπει να αναζητήσει…Και όταν είναι κάποιος στην φώτιση, είναι Πνευματικός Πατέρας και ας μην έχει χειροτονηθεί. Μπορεί να έχει σκοτώσει ανθρώπους, άμα καθαρισθεί όμως στην καρδιά του και φωτισθεί, αυτός ο φωτισμός τον κάνει ίσον με όλους τους άλλους, μπορεί να είναι μέγας άγιος της Εκκλησίας…

 http://omothimadon.gr/?p=41624

Ἡ θέωσις δέν εἶναι μία ἔνεσις Θεότητος (!) πού γίνεται στόν ἄνθρωπο μέσω τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας


Περί θεώσεως
Όσο για την θέωση στην Ορθόδοξη Γραμματεία έχουν γραφή πολλά και από κάποιους δίνεται η εντύπωσις ότι η θέωσις είναι μία ένεσις Θεότητος (!) που γίνεται στον άνθρωπο μέσω των Μυστηρίων της Εκκλησίας. Noμίζουν μερικοί ότι υπάρχουν τα Μυστήρια της Εκκλησίας ώστε να πηγαίνουν οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί και να δέχονται ενέσεις Θεότητος, όταν παίρνουν μέρος σ΄αυτά.
Επειδή δηλαδή λέγει π.χ. ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος στις ευχές πρό της Θείας Μεταλήψεως για το Σώμα και το Αίμα του Χριστού ότι «θεοί με και τρέφει» νομίζουν μερικοί ευσεβείς ότι μεταλαμβάνοντας των Αχράντων Μυστηρίων δέχονται ένεσι Θεότητος και ότι έτσι παίρνουν τρόπον τινά και το εισιτήριο για τον Παράδεισο έχουν δηλαδή τον Παράδεισο στην τσέπη(!).
Αυτά όμως τα λέγει ο άγιος Συμεών για τον εαυτό του. Εννοεί δηλαδή ότι, εκείνος, μετά την Θεία μετάληψη συχνά έφθανε να έχει μέθεξη στην άκτιστη Χάρη του Θεού, δηλ. είχε εμπειρίες θεώσεως, τις οποίες του χάριζε ο Θεός.
Εμείς όμως έχουμε μέθεξη Θεού μετά από κάθε Θεία Μετάληψη; Μπορούμε να ισχυριζόμαστε ότι είχαμε μετοχή στη Θεότητα, δηλαδή στην άκτιστη θεωτική Χάρι του Θεού, απλώς επειδή κοινωνήσαμε των Αχράντων Μυστηρίων χωρίς γνωστώς να έχουμε αίσθηση της θεωτικής Χάριτος του Θεού;
Δυστυχώς σ΄αυτά τα χάλια καταντήσαμε με αυτά που γράφουν οι ευσεβείς στην Ελλάδα σήμερα περί θεώσεως.
Αλλά στην Πατερική παράδοση, θέωσις δεν είναι ο εμβολιασμός Θεότητος, αλλά η θεοπτία, ο δοξασμός. Δηλαδή ο άνθρωπος, αφού φτάσει στην φώτιση, κατά την οποία έρχεται το Πνεύμα το Άγιο και προσεύχεται μέσα του, τότε έχει τις προϋποθέσεις να οδηγηθεί στην θεοπτία. Όταν ο Θεός θελήσει τον οδηγεί στην θεοπτία δηλαδή στην θέωση και τότε βλέπει τον Χριστόν εν δόξη.
Αυτή η όρασις του Χριστού είναι η θέωσις και μόνον αυτή. …..
Έτσι βλέπουμε τον Απόστολο Παύλο στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του να λέγη: «Είτε δοξάζεται εν μέλος συγχαίρει πάντα τα μέλη. Δηλαδή όταν δοξάζεται ένα μέλος της ενορίας τότε όλα τα μέλη της ενορίας συγχαίρον μαζί του. Φυσικά λόγω του δεσμού της αγάπης. Αυτός δε που δοξάζεται γίνεται αυτόματα προφήτης.
Αυτός ο δοξασμός που αναφέρει ο Απ. Παύλος είναι η θέωσις στην Πατερική παράδοση που κάνει έναν Χριστιανό να γίνεται θεολόγος. Υπάρχει και ο όρος δοξασμός στους Πατέρες αλλά επικράτησε ο όρος θέωσις που είναι μία θεολογική περιγραφή του δοξασμού. Επειδή ο άνθρωπος για να δει τον Θεό πρέπει να γίνει κατά Χάριν θεός, πρέπει να έχει μέθεξη Θεού.
Ο άνθρωπος από μόνος του δεν μπορεί να δει τον Θεό όσο κι αν προσπαθήσει…Ο άνθρωπος μόνον όταν είναι μέσα στο άκτιστο Φως, όταν καταυγάζεται από το άκτιστο Φως, γενόμενος Φως κατά χάριν, βλέπει το Φως. Ο άνθρωπος δοξάζεται, σημαίνει ότι όλο του το σώμα, όλο του το είναι βρίσκεται μέσα στο άκτιστο Φως. Ταυτόχρονα όμως βλέπει και όλο το φυσικό περιβάλλον γύρω του να καταυγάζεται και να διαποτίζεται  κι αυτό από το Φως. Το Φως αυτό λούζει, φωτίζει, διαπερνά τα πάντα».
————————————
Από το βιβλίο
ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ
Πρωτοπρεσβυτέρου Ιωάννου Ρωμανίδου
Καθηγητού Πανεπιστημίου
Εκδόσεις ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ
Σελ.135-137
https://agiopneymatika.blogspot.gr/2016/07/blog-post_16.html

«Γιὰ τὴν Ἐκκλησία εἴτε ὁ ἄθεος μαρξισμὸς εἴτε ἡ δεξιὰ μασωνία εἶναι τὸ ἴδιο πράγμα» Ἀπὸ τὸ Βιβλίο «Πατερικὴ Θεολογία» τοῦ π. Ἰωάννη Ρωμανίδη



Στὴν διαδικασία τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως ἔχουμε μπροστὰ μας μία ἐπιστήμη. Αὐτὸ τὸ πράγμα ὅμως μπορεῖ νὰ πολιτικοποιηθεῖ; Δηλαδὴ μπορεῖ οἱ Ὀρθόδοξοι νὰ ποῦν πχ. ὅτι μόνο οἱ Ἀριστεροὶ μποροῦν νὰ ἔχουν νοερὰ προσευχή; Ἢ ὅτι ἐκεῖνος ποῦ ἔχει νοερὰ προσευχὴ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ εἶναι Ἀριστερὸς ἢ Δεξιός; Ὄχι, βέβαια. Ὅποτε ἔχομε μία ἐπιστήμη, ποὺ λέγεται Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ συσχετισθεῖ μὲ τὴν Πολιτική. Διότι ὁ ἀγαπῶν τὸν συνάνθρωπό του μεριμνᾶ γιὰ τὸν συνάνθρωπό του, ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι αὐτὸς ὡς πρὸς τὶς πεποιθήσεις του. Ἐκεῖνο ποὺ ἀπασχολεῖ τὸν Ὀρθόδοξο Χριστιανὸ στὰ ἰδεολογικὰ θέματα εἶναι πρῶτα- πρῶτα τὸ ἐὰν ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὴν ἐλευθερία νὰ κάνει τὸ ἔργο Της, ποὺ εἶναι τὸ νὰ θεραπεύει τοὺς ἀρρώστους Της. Ἡ Ἐκκλησία πρέπει νὰ τὴν ἔχει αὐτὴν τὴν ἐλευθερία. Ἐκείνη λοιπὸν ἡ ἰδεολογία ποὺ ἐμποδίζει τὴν Ἐκκλησία νὰ κάνει τὸ ἔργο Της εἴτε αὐτὴ λέγεται ἄθεος Μαρξισμὸς εἴτε δεξιὰ Μασονία, γιὰ τὴν Ἐκκλησία εἶναι τὸ ἴδιο πράγμα. Εἶναι ἐχθρός Της καὶ ὀφείλει ἐξ ἴσου νὰ ἀμυνθεῖ. Συμβαίνει σήμερα νὰ ἔχουμε ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος τοὺς Δεξιούς, ποὺ κατευθύνονται ἀπὸ τοὺς Μασόνους, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τοὺς…. Ἀριστερούς, ποὺ κατευθύνονται ἀπὸ τὴν Μόσχα, ἡ ὁποία ἐπίσημα τουλάχιστον ἀνέχεται σήμερα τὴν θρησκεία, ἀλλὰ ἐπιτρέπει ἀνέντιμη προπαγάνδα ἐναντίον της. Πῶς π.χ. ἡ παλαιὰ μητρόπολις τοῦ Λένινγκραντ, ἡ μητρόπολις τῆς Τσαρικῆς Ρωσίας ἔγινε μουσεῖο ἀθεΐας; Αὐτὸς δυστυχῶς εἶναι ὁ κομμουνισμὸς στὴν πράξη. Δὲν εἶναι βέβαια ὑποχρεωμένος ὁ κομμουνισμὸς νὰ ἐφαρμοσθεῖ ἔτσι, ὅμως στὴν πράξη ἐφαρμόζεται πάντα εἰς βάρος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως, ὅταν ἀντιμετωπίζει ἀνέντιμο ἀγώνα ἐναντίον της, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀμυνθεῖ. Λοιπόν, σύμφωνα μὲ τὰ προηγούμενα, εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Ἐκκλησία νὰ ὑποστηρίξει κάποια συγκεκριμένη ἰδεολογία; Ὄχι βέβαια. Ἡ ἰατρικὴ ἐπιστήμη ὀφείλει νὰ ὑποστήριξη ὁποιοδήποτε πολιτικὸ κόμμα ἐνδιαφερθεῖ γιὰ τὴν ὑγεία τοῦ λαοῦ σωματικὴ καὶ ψυχική. Ὁ γιατρὸς ὡς γιατρὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἔχει ἰατρικὰ κριτήρια στὴν περίπτωση αὐτή.

 Σημείωση: τὸ βιβλίο γράφτηκε ἐνῶ ὑπῆρχε ἀκόμα ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωση
http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2013/01/blog-post_7948.html